Φωτογραφία ΑΠΕ-ΜΠΕ, EPA

Ο Ρέντσι δείχνει το δρόμο… Απαιτεί αλλαγή πολιτικής της Ε.Ε.

Η Ιταλία θα αρνηθεί να στηρίξει ένα πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής ο οποίος δεν θα αλλάξει πολιτική, προειδοποίησε σήμερα ο πρωθυπουργός Ματέο Ρέντσι, παρεμβαίνοντας στη συζήτηση που φουντώνει γύρω από το πρόσωπο που θα αντικαταστήσει τον Ζοζέ Μανουέλ Μπαρόζο.

“Ο επόμενος πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής θα πρέπει να αλλάξει πολιτική για τα πέντε επόμενα χρόνια ή αλλιώς δεν θα έχει τη στήριξη της Ιταλίας”, προειδοποίησε ο πρωθυπουργός μιλώντας στη Νάπολη σ’ ένα συνέδριο οργανωμένο από την εφημερίδα “Λα Ρεπούμπλικα”.

“Ουδείς κέρδισε την πλειοψηφία στο κοινοβούλιο. Συνεπώς είμαστε υποχρεωμένοι να προχωρήσουμε σε μια συμφωνία. Θέλουν να κατεβάσουν τον (πρώην πρωθυπουργό του Λουξεμβούργου Ζαν-Κλοντ) Γιούνκερ, πολύ καλά. Ας πει τότε τι σκέπτεται για τα πέντε επόμενα χρόνια”, ζήτησε επίμονα ο Ρέντσι.

Ο ιταλός πρωθυπουργός έκανε στη συνέχεια αυτό το σχόλιο που μπορεί να φανεί επικριτικό: “Μπορεί να ονομάζεται Γιούνκερ ή Πάολο Ρόσι (το αντίστοιχο του Παπαδόπουλος στα ιταλικά): κάποιος ο οποίος θέλει να συνεχίσει την πολιτική αυτών των τελευταίων ετών, δεν θα έχει τη στήριξη της Ιταλίας”.

ÓÕÍÅÄÑÉÏ ECONOMIST STARK J.

Πρώην οικονομολόγος της ΕΚΤ αμφισβητεί τα μέτρα Ντράγκι

Τα μέτρα που ανακοίνωσε ο πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, Μάριο Ντράγκι, δεν λύνουν τα δομικά προβλήματα της Ευρώπης και αφαιρούν την ώθηση για μεταρρυθμίσεις στο νότο, υποστηρίζει ο Γερμανός οικονομολόγος Γιούργκεν Σταρκ. Η ΕΚΤ ξεπέρασε τις αρμόδιότητές της.

Τα μέτρα που έλαβε χθες η ΕΚΤ για την αντιμετώπιση του αποπληθωρισμού και την τόνωση της οικονομίας κυρίως στις χώρες του ευρωπαϊκού νότου δεν προκάλεσαν τον ενθουσιασμό σε μερίδα γερμανών οικονομολόγων. Αντίθετα, καταγγέλθηκαν ως αναποτελεσματικά. Ανάμεσα σε αυτούς ανήκει και ο Γιούργκεν Στάρκ, πρώην επικεφαλής οικονομολόγος της ΕΚΤ.

Μιλώντας στη Γερμανική Ραδιοφωνία (DLF) ο Σταρκ εξηγεί γιατί κατά τη γνώμη του το σχέδιο του Μάριο Ντράγκι δεν πρόκειται να επιτύχει.

«Το πρόβλημα είναι ότι ορισμένες χώρες συνεχίζουν να αντιμετωπίζουν δυσεπίλυτα προβλήματα στον τραπεζικό τους τομέα. Για παράδειγμα, στην Ιταλία και την Ισπανία υπάρχουν τα τοξικά δάνεια και είναι πολύ δύσκολο να περιμένει κανείς από τις τράπεζες μέσα σε ένα τέτοιο περιβάλλον να είναι διατεθειμένες ή να μπορούν να δώσουν και άλλα δάνεια, πριν τα αποχωριστούν (σσ. τα τοξικά).

Επίσης, δεν μπορεί να αναγκάσει κανείς την τράπεζα να δώσει δάνεια, εάν δεν υπάρχουν αποδοτικά σχέδια. Άρα, πρόκειται για μια απονενοημένη προσπάθεια μπορεί να πει κανείς. Πρέπει να δοθεί κινητήρια δύναμη στο σύστημα πιστωτικών συναλλαγών, αλλά τα διαθρωτικά προβλήματα που έχουν αυτές οι χώρες δεν λύνονται με αυτά τα μέτρα».

Ο Γιούργκεν Σταρκ θεωρεί ότι με τις αποφάσεις αυτές η ΕΚΤ υπερέβη τα όρια αρμοδιοτήτων της τα οποία είναι η εξασφάλιση της σταθερότητας των τιμών και όχι η διαμόρφωση οικονομική πολιτικής έχοντας κατά νου ορισμένες χώρες. Σε αυτόν τον τομέα η ΕΚΤ δεν έχει καμιά αρμοδιότητα, όπως υπογραμμίζει.

Ο Γιούργκεν Σταρκ αποφεύγει να κάνει προγνώσεις λέγοντας ότι πρόκειται για ένα πείραμα που δρα ενάντια στις μεταρρυθμιστικές προσπάθειες του ευρωπαϊκού νότου και που απλώς αγοράζει χρόνο που θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί πιο εποικοδομητικά.

«Τo ΔΝΤ, αλλά και ο ΟΟΣΑ στο Παρίσι απαιτούν από καιρό μια επιθετική νομισματική πολιτική, περισσότερη ρευστότητα στις αγορές. Αυτό σημαίνει ότι το ΔΝΤ και ο ΟΟΣΑ περιμένουν ότι τα δομικά προβλήματα που αντιμετωπίζουμε στην Ευρώπη θα λυθούν με την έκδοση περισσότερου χρήματος. Όμως αυτό ακριβώς – κι αυτό το ξεχνούν το ΔΝΤ και ο ΟΟΣΑ – θα αφαιρέσει από τις κυβερνήσεις το κίνητρο για μεταρρυθμίσεις στην αγορά εργασίας. Με την πολιτική της, η ΕΚΤ θέτει αρνητικά κίνητρα για την εφαρμογή μιας τέτοιας μεταρρυθμιστικής πολιτικής που ίσως σε μερικές χώρες μόλις αρχίζουν να υλοποιούνται».

ΠΗΓΗ: AFP, ANA-MPA, Deutsche Welle – Φωτογραφίες ΕΘΝΟΣ