Ρεαλισμός και κοινωνική πραγματικότητα: Ποιο είναι το βασικό πρόβλημα της ελληνικής τέχνης




Του Γιάννη Ψυχοπαίδη*

Aυτό που χαρακτήριζε το πνευματικό κλίμα τη δεκαετία του ’60 ήταν το αίτημα για κοινωνική χειραφέτηση και άρνηση κάθε πολιτικής αρτηριοσκλήρωσης απ’ όποια μεριά κι αν προερχόταν. Η Ελλάδα δεν πρόλαβε καλά- καλά να βγει από τον Εμφύλιο και εξαναγκαζόταν να ακολουθήσει έναν βεβιασμένο εκμοντερνισμό.

Η «επίσημη» αισθητική εκείνα τα χρόνια υπήρξε σχηματικά είτε μια κακοχωνεμένη αφηρημένη τέχνη, καθυστερημένης εισαγωγής, είτε ένας νεοφολκλορισμός με έντονα στοιχεία «ελληνικότητας». Πολλά εισαγόμενα πολιτιστικά αγαθά εξακολουθούν να είναι το ίδιο αδιάφορα σε σχέση με την πραγματικότητα […]

Μορφές κοινωνικής ανασφάλειας οδηγούσαν τότε, και τώρα ακόμα, στην εύκολη λύση της επιστροφής στη ζεστή αγκαλιά της νεοελληνικής ιδεολογίας. Το άρπαγμα από την παράδοση με ένοχο σεβασμό, δεν έδειχνε παρά τη στραβή κατανόησή της από ανθρώπους οι οποίοι μάλιστα την κατέστρεψαν. Οι απόηχοι της γενιάς του ’30 – γενιάς που υπήρξε ζωντανή και ανατρεπτική- ήταν μόνιμα παρόντες. Αλλά αυτό που είχε μείνει από τη γενιά εκείνη ήταν μάλλον μια θολή, ψευδαίσθητη «εστέτ» ματιά πάνω στη νεότερη Ελλάδα, λες και όλος αυτός ο υπόγειος ιστορικός αναβρασμός δεν ήταν παρά μια «ευαίσθητη» σχέση ανάμεσα στην ώχρα και το γαλάζιο.

Η μη παραστατική τάση, από την άλλη μεριά, στάθηκε μια έκφραση αρκετά επιφανειακή στην Ελλάδα. Με ελάχιστες εξαιρέσεις, ακόμα και στις σοβαρές στιγμές της, δεν απέφυγε τους σκοπέλους του διακοσμητισμού. Και σε τελευταία ανάλυση δεν μπορούσε να εκφράσει αυτά που ζούσαμε τότε στην καθημερινή μας ζωή, δηλαδή μια σκληρή και άμεση εμπειρία των καιρών.

Παράλληλα, στον κόσμο της αριστερής ιδεολογίας άρχισε να διαγράφεται μια τάση χειραφέτησης από τον δογματικό σοσιαλιστικό ρεαλισμό. Με μεγάλη καθυστέρηση η ελληνική αριστερά άρχισε να υποψιάζεται ότι «καλή ζωγραφική» δε σημαίνει απαραίτητα τον καλό εργάτη και τον κακό καπιταλιστή και ότι αυτό που λέμε «περιεχόμενο στην τέχνη» δεν είναι η θεματολογία της αλλά η πλαστική της έκφραση.

Η μεταπολεμική νεοελληνική πραγματικότητα είχε ήδη σχηματοποιηθεί. Μαζική εσωτερική μετανάστευση, ιδεολογία της αντιπαροχής, εξωτερική μετανάστευση, βιασμός του παραδοσιακού πολιτιστικού χώρου, πληγές από τον πόλεμο- που χωρίς να έχουν κλείσει έπρεπε βιαστικά να «γιατρευτούν»- , αριστεροί με ενοχές και ηττοπάθειες, δεξιοί δοσίλογοι και μετέπειτα νεόκοποι ηθικολόγοι, όλα αυτά έπρεπε να συνυπάρξουν σαν μια υποχρεωτική νομιμοποίηση μιας μορφής κοινωνικής παράνοιας.

Η τέχνη δεν μπορούσε να σταθεί έξω από αυτά. Η ανάγκη μιας καινούργιας γενιάς για κοινωνική χειραφέτηση σήμαινε, στο επίπεδο της τέχνης, το αίτημα για χειραφέτηση από κάθε μορφής μαγεία.

Και «μαγεία» ήταν στα μάτια μας κάθε μορφή αισθητικοποίησης των κοινωνικών φαινομένων, η αντίληψη της ομορφιάς σαν κάτι αυθύπαρκτο και αιωρούμενο, σαν προτεραιότητα της τέχνης πάνω στη ζωή.

Βέβαια -κι εδώ βρισκόταν πάντα το πρόβλημα- όλα αυτά θα έπρεπε να καταγραφούν με μέσα εικαστικά. Η ανάγκη για μια νέα γλώσσα μάς έκανε να απομακρυνθούμε κατ’ αρχήν από κάθε «εύκολη» ή «λυρική» ζωγραφικότητα.

Τα μαυρόασπρα φωτογραφικά ντοκουμέντα, οι τυχαίες φωτογραφίες εφημερίδων, το φιλμ, η βία των μέσων ενημέρωσης στάθηκαν η πρώτη ύλη για να αμφισβητηθεί και η κοινωνία που μέσα από αυτά αυτοδηλωνόταν, αλλά και η ίδια η μέχρι τότε ζωγραφική σαν αισθητικό επιδόρπιο ενός «ανίδεου» και χορτάτου» οργανισμού.

Το αίτημά μας ήταν αίτημα για μια τέχνη μαρτυρική αλλά και κριτική και ειρωνική ταυτόχρονα. Και το θέμα ήταν – φανερά ή όχι- ο εκμηδενισμένος άνθρωπος κάτω από άμεση ή έμμεση βία. Και ήταν ακριβώς αυτή η εικόνα της βίας που θέλαμε να σχολιάσουμε , της ξεκομμένης από τον κοινωνικό της περίγυρο και δήθεν ιδεολογικά παρθένας, όπως παρουσιάστηκε. Η ανθρώπινη μορφή και τα καθημερινά αντικείμενα στάθηκαν τα ερεθίσματα για να εκφραστεί το πρόβλημα της εξουσίας και των κοινωνικών ρόλων. Η ρεαλιστική καταγραφή του κόσμου ήταν μια μαχόμενη πρόταση που αμφισβητούσε τους κοινωνικούς όρους του «βλέπειν», αλλά και τον μέχρι τότε ρόλο του καλλιτέχνη ως ανενεργού μέλους της κοινωνίας. Η βαθύτερη λοιπόν ανάγκη για τη δημιουργία μιας καλλιτεχνικής ομάδας ήταν η ανάγκη της καλλιτεχνικής κοινωνικής παρέμβασης, που για να γίνει δυνατή έπρεπε να χρησιμοποιήσει το λεξιλόγιο μιας νέας πλαστικής γλώσσας […]

H ομάδα των «Ρεαλιστών» έθεσε με τον τρόπο της πάλι το πρόβλημα της «ελληνικότητας» πρόβλημα που τίθεται ανά δεκαετία με νέα δεδομένα αλλά και νέες συγχύσεις. Η ιδεολογία της ελληνικότητας υπήρξε πάντα σωσίβιο για τον απελπισμένο ή τον φυγάδα. H αδυναμία να συλλάβουμε το πολιτιστικό συνονθύλευμα στη «μοντέρνα» πια Ελλάδα οδήγησε σε μια στείρα αρχαιολατρία, σε ανιστόρητες θρησκευτικότητες και σε γραφικούς νεοκλασικισμούς. Η αναζήτηση της συνέχειας του νεοελληνικού προσώπου οδήγησε σ’ ένα φετιχισμό της λαϊκής εικονογραφίας […]. Η ιδεολογία της ελληνικότητας με τον τρόπο που καλλιεργήθηκε στάθηκε πάντα ο φάρος για τους ναυαγούς στα πελάγη της ιδεολογίας. Μιας και δεν μπορούσε κανείς να σταθεί ορθολογικά απέναντι στην όντως σύνθετη νέα πραγματικότητα κατέφευγε σε μια «Ελλάδα» είτε ως μεταφυσική έννοια είτε ως «ιμπρεσιονιστικό» φολκλόρ. Μια γενικότερη ανάγκη για ταυτότητα πολιτιστική οδηγούσε στην αναζήτηση μιας «συρρικνωμένης» εθνικής ταυτότητας μέσα από αισθητικούς καλλωπισμούς μιας μονόπλευρης παράδοσης.

Και εδώ βρίσκεται κι ένα βασικό πρόβλημα της ελληνικής τέχνης. Είναι το πρόβλημα κάθε τέχνης που βρίσκεται μακριά από τα διεθνή κέντρα αποφάσεων. Εκεί δηλαδή, όπου κάθε στιγμή δημιουργούνται μορφές έκφρασης, εκεί όπου ελέγχεται και χειραγωγείται το έργο τέχνης με σαφείς χρηματιστηριακούς νόμους προσφοράς και ζήτησης. Το ότι η Ελλάδα βρίσκεται εκτός αυτού του παιχνιδιού είναι μαζί αδυναμία και δύναμη. Αδυναμία γιατί τα διεθνή καλλιτεχνικά κέντρα είναι εκτός από οικονομικά κέντρα και κέντρα διακίνησης ιδεών, ζυμώσεων-πολλές φορές τεχνητών-αλλά και ζωντανής, απτής αντιπαράθεσης τάσεων και ιδεολογιών. Αυτές οι τάσεις, όσο κι αν ελέγχονται από το κύκλωμα «κράτος-μουσείο-γκαλερί», είναι τάσεις που ζωντανά βγαίνουν κάποια στιγμή μέσα από ένα υπαρκτό κοινωνικό πλαίσιο και το διαμορφώνουν. Έχουν δηλαδή μια πραγματική κοινωνική υπόσταση, εξελίσσονται και φθείρονται μέσα σ΄αυτή […]

  • Ο Γιάννης Ψυχοπαίδης είναι ζωγράφος, χαράκτης, ομότιμος καθηγητής στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών. Από τα ιδρυτικά μέλη της ομάδας «Νέοι Έλληνες Ρεαλιστές». Σπούδασε στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών (1963-1968) και αργότερα στην Ακαδημία Καλών Τεχνών του Μονάχου με υποτροφία της Γερμανικής Υπηρεσίας Ακαδημαϊκών Ανταλλαγών – DAAD (1971-1976) . Το κείμενο του « Ρεαλισμός και κοινωνική πραγματικότητα» γράφτηκε το 1989 και συμπεριλαμβάνεται στο βιβλίο του «Νυχτερινό ταξίδι -Μικρά κείμενα πάνω στην τέχνη» (εκδ.Κέδρος).
  • ΔΙΑΔΡΟΜΕΣ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ: επιμέλεια Νατάσσα Δομνάκη

Hellasjournal - Newsletter


%d bloggers like this: