Οι πυρηνικές φιλοδοξίες της Τουρκίας




Του Ζαχαρία Μίχα

Οι πρωτοβουλίες του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν στην Ιαπωνία, όπου «ζήτησε και πέτυχε την προσθήκη όρου στη σύμβαση… που επιτρέπει τον εμπλουτισμό ουρανίου και την εξαγωγή πλουτωνίου από χρησιμοποιημένο πυρηνικό καύσιμο», είναι απολύτως φυσικό να βάζει τη λογική των αναλυτών σε σοβαρή δοκιμασία, αφού οι επιπτώσεις ενδεχόμενης πυρηνικοποίησης της Τουρκίας θα ήταν καταλυτικές.Αυτή όμως η παρατήρηση από μόνη της ίσως αποτελεί και το σοβαρότερο εμπόδιο που έχει να αντιμετωπίσει η Άγκυρα στην πορεία της προς την απόκτηση πυρηνικού οπλοστασίου.

Για ποιον λόγο η προοπτική πυρηνικοποίησης του Ιράν συνιστά μεγαλύτερη απειλή για τη διεθνή ασφάλεια συγκριτικά με μια ενδεχόμενη τουρκική; Το δε προφανές άγχος της τουρκικής ηγεσίας να ξεφύγει από το τέλμα στο οποίο έχει περιέλθει μετά από μια δεκαετία θριάμβων, γεωπολιτικών και οικονομικών, επίσης συμβάλλει στην αποτροπή κάθε ενδεχομένου αποδοχής μιας Τουρκίας εξοπλισμένης με πυρηνικά όπλα.

Το πυρηνικό οπλοστάσιο η Τουρκία δεν το χρειάζεται για να αντιμετωπίσει την Ελλάδα. Αντιθέτως, στο ελληνοτουρκικό μέτωπο θα μπορούσε να θεωρηθεί ακόμα και αντιπαραγωγικό, αφού θεωρητικά, πάντα θα υπάρχει η πιθανότητα να οδηγήσει σε πυρηνικοποίηση έναν αντίπαλο επί του οποίου διατηρείς συμβατική υπεροχή, συμβατικό πλεονέκτημα, ποσοτικό τουλάχιστον.

Πρόκειται για το δίλημμα που κλήθηκε να αντιμετωπίσει η Ινδία και να απορροφήσει το κόστος της τελικής της επιλογής. Θυσίασε το συμβατικό της πλεονέκτημα απέναντι στο Πακιστάν για να αντιμετωπίσει τη μεγαλύτερη απειλή, αυτή που προέρχεται από την Κίνα. Κάτι παρόμοιο ισχύει και για την Τουρκία. Στην περίπτωσή της μάλιστα, ίσως το δίλημμα να είναι ακόμα χειρότερο μετά τη λήξη του Ψυχρού Πολέμου.

Η Ινδία είχε να αντιμετωπίσει την Κίνα. Δυνατότητα για στρατηγικές συμμαχίες εξισορρόπησης της κινεζικής απειλής – ισχύος υπάρχουν. Πέραν της παραδοσιακής σχέσης με τη Ρωσία, η οποία βέβαια διατηρεί στενή συνεργασία και με την Κίνα, όλες οι χώρες του «αμερικανικού μπλοκ» της περιοχής αποτελούν εν δυνάμει συμμάχους.

Οι ίδιες οι ΗΠΑ επιθυμούν να επενδύσουν στις διμερείς σχέσεις τους με την Ινδία για να εξισορροπήσουν την αυξανόμενη κινεζική ισχύ και τις συνεπακόλουθες διεκδικήσεις, άρα παρόμοιο στρατηγικό ενδιαφέρον επιδεικνύεται και από την Αυστραλία. Η Ιαπωνία και η Νότια Κορέα επίσης, είναι δυνάμεις με τις οποίες η ανησυχία της ανάδυσης της Κίνας μπορεί να οδηγήσει σε περαιτέρω σύσφιξη των αμυντικών σχέσεων. Υπάρχουν κι άλλες.

Στην περίπτωση της Τουρκίας τα πράγματα ήταν δύσκολα, πλέον όμως τείνουν να γίνουν απελπιστικά. Υπ’ αυτή και μόνο την έννοια, η «αυτοκρατορική – υπεροπτική» εξωτερική πολιτική των τελευταίων ετών από τον Αχμέτ Νταβούτογλου θα μπορούσε να ερμηνευτεί ως απόπειρα συγκάλυψης της τεράστιας ανασφάλειας που βιώνει η Τουρκία, πλέον και διαιρεμένη, έχοντας σταδιακά συνειδητοποιήσει την καταστρεπτική αλλαγή προσανατολισμού στην εξωτερική της πολιτική, η οποία ανέτρεψε όσα ίσχυαν επί πολλές δεκαετίες, έχοντας εξασφαλίσει «αμερικανική ομπρέλα» ασφαλείας.

Χωρίς καν να έχει εξασφαλίσει στρατηγική συμμαχία με τη Ρωσία, θεώρησε ότι και θα εισάγει όλες αυτές τις αλλαγές στην εξωτερική της πολιτική και θα διατηρηθεί ανέπαφη η σχέση με τις Ηνωμένες Πολιτείες. Η συμμαχία με τη Ρωσία αποτελεί μια αμιγώς θεωρητική προσέγγιση, αφού επί της ουσίας αυτό είναι αδύνατο να συμβεί, λόγω ανταγωνιστικών σχέσεων σε συγκεκριμένες περιοχές που διεκδικούν να ασκούν επιρροή αμφότερες οι χώρες, όπως η Κεντρική Ασία.

Σε πιο μακροσκοπική ανάλυση και μόνο ο έλεγχος των Στενών του Βοσπόρου από την Τουρκία, που κρατά το «κλειδί» της πρόσβασης της Ρωσίας στα θερμά νερά της Μεσογείου, συν το ανοικτό «Ανατολικό Ζήτημα», επαρκούν για να διατηρούν την τουρκική ηγεσία σε μια κατάσταση διαρκούς νευρικής κρίσης…

Κατά συνέπεια, η Τουρκία δεν έχει τις δυνατότητες των συμμαχιών που έχει η Ινδία για να ξεπεράσει τη στρατηγική της ανασφάλεια απέναντι στην Κίνα και να έχει περιθώρια ελιγμών, ενώ η ισλαμιστική στροφή της Άγκυρας, οδήγησε σε θανάσιμη αυτοπαγίδευση σε επιλογές που αποδείχθηκαν στην πράξη ως αυτοκαταστροφικές (π.χ. η περίπτωση των σχέσεων με την Αίγυπτο και τη Μουσουλμανική Αδελφότητα).

Τα «μηδενικά προβλήματα» του Νταβούτογλου, τελικά ήταν και αυτά απόπειρα συγκάλυψης της δυσμενούς πραγματικότητας των αδιεξόδων σε κάθε σημείο των συνόρων της Τουρκίας. Η «φυγή προς τα εμπρός» υπονομεύθηκε, αφού η προσπάθεια να δείχνει η Τουρκία αυτοπεποίθηση, εξετράπη σύντομα στην επίδειξη αλαζονείας.

Η προσωπική ευθύνη του Ερντογάν είναι σαφέστατη και οφείλεται στην έλλειψη καλλιέργειας, αφού κατά βάθος δεν είναι τίποτα παραπάνω από ένας ηγέτης με ακραία συντηρητική – ισλαμική σκέψη, γεμάτος στερεοτυπικές πεποιθήσεις, αλλά και λίγο φορέας της αντίληψης ότι η ηγεσία του είναι «ελέω Αλλάχ».

Τούτων λεχθέντων, το συμπέρασμα προκύπτει αβίαστα και είναι διττό. Αφενός, το κίνητρο πυρηνικοποίησης της Τουρκίας δείχνει συνεχώς να αυξάνεται. Αφετέρου όμως, όσο συσσωρεύονται ενέργειες οι οποίες ερμηνεύονται αρνητικά στον Δυτικό κόσμο, τόσο θα τίθενται σε κίνηση διαδικασίες και σχεδιασμοί που αφορούν το μέλλον, που προβλέπουν μηδενική ανοχή σε αμφιλεγόμενες συμπεριφορές κομβικών σε γεωγραφικό επίπεδο χωρών.

Και προς αποφυγή του λάθους να φορτωθούν τα πάντα στον Ερντογάν, αρκεί η υπενθύμιση όσων είχε δηλώσει στα τέλη Σεπτεμβρίου του 2011 ο θεωρούμενος ως μετριοπαθής πρόεδρος της Τουρκίας, Αμπντουλάχ Γκιουλ, μιλώντας στην τελετή αποδοχής του πρώτου «εθνικού πλοίου» (Milgem).

Πριν όμως υπενθυμιστούν οι δηλώσεις του, αξίζει μια μικρή αναφορά στην τότε ομιλία του πρωθυπουργού, ο οποίος είχε συστήσει στη διεθνή κοινότητα «να διδαχτεί το μάθημα της νίκης στην Πρέβεζα», αφού η τελετή είχε πραγματοποιηθεί την ημέρα της 473ης επετείου της Ναυμαχίας της Πρέβεζας, όταν στόλος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας νίκησε τον μεγαλύτερο σε μέγεθος στόλο της Δύσης.

Ο μετριοπαθής Γκιουλ λοιπόν, ξεκινώντας από το «αθώο» πως η χώρα μπορεί πλέον να κατασκευάζει όσα οπλικά συστήματα χρειάζεται, είχε προβεί σε μια αψυχολόγητη αναφορά: «Ακόμα και χώρες με εθνικό εισόδημα πολύ χαμηλότερο από το δικό μας αποφάσισαν να φτιάξουν πυρηνικά όπλα επειδή τα διέθεταν οι αντίπαλοί τους και το κατάφεραν».

Η ανάγκη για εγρήγορση είναι δεδομένη.

*Ο Ζαχαρίας Μίχας είναι Διευθυντής Μελετών στο Ινστιτούτο Αναλύσεων Ασφάλειας και Άμυνας / ISDA-IAAA

ΠΗΓΗ-ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ: www.defence-point.gr

Hellasjournal - Newsletter


%d bloggers like this: