Η εικόνα της παγκόσμιας οικονομίας μετά την πανδημία: Επιπτώσεις και αναγκαίες πολιτικές

O Πρόεδρος των ΗΠΑ Τζο Μπάιντεν στο Όβαλ Όφις του Λευκού Οίκου. EPA, Doug Mills, POOL




Του ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΡΟΥΜΕΛΙΩΤΗ*

Η πανδημία του Covid-19, που ξέσπασε στα τέλη του 2019, προκάλεσε σοβαρούς τριγμούς στο παγκόσμιο οικοδόμημα.

Για να περιοριστούν οι καταστροφικές υγειονομικές, οικονομικές και κοινωνικές συνέπειες της πανδημίας αυτής, οι διάφορες χώρες εφάρμοσαν πρωτόγνωρα περιοριστικά μέτρα στις μετακινήσεις του πληθυσμού τους και αδρανοποίησαν, για μεγάλα χρονικά διαστήματα, σημαντικές οικονομικές, παραγωγικές και κοινωνικές δραστηριότητες.

Παράλληλα, οι κυβερνήσεις και οι Κεντρικές Τράπεζες προώθησαν ανορθόδοξες δημοσιονομικές και νομισματικές πολιτικές για να αποτρέψουν την κατάρρευση του οικονομικού και κοινωνικού ιστού των χωρών τους.

Οι προκλήσεις της μετά-Covid-19 εποχής είναι εξίσου σημαντικές. Τα ερωτήματα που απασχολούν την παγκόσμια κοινότητα, και στα οποία θα προσπαθήσω ν’ απαντήσω είναι τα εξής: Πώς θα αποτραπούν οι μαζικές πτωχεύσεις επιχειρήσεων και η σοβαρή αύξηση της ανεργίας μετά τη λήξη της πανδημίας καθώς και ποιες πολιτικές πρέπει να εφαρμοστούν; Πώς θ’ αντιμετωπιστεί η όξυνση των οικονομικών και κοινωνικών ανισοτήτων;

Η παγκοσμιοποίηση θ’ αλλάξει πορεία; Πρέπει να ενισχυθούν τα δημόσια συστήματα υγείας; Πώς θα επηρεαστεί η Παγκόσμια Συμφωνία του Παρισιού, όσον αφορά την κλιματική αλλαγή; Ποια είναι τα διάφορα σενάρια σχετικά με τις μετά-Covid-19 εξελίξεις;

  • Οι οικονομικές επιπτώσεις

Η εκδήλωση της πανδημίας του Covid-19 προς το τέλος του 2019, βρήκε την παγκόσμια οικονομία σε μια πτωτική πορεία. Ειδικότερα, ο ρυθμός μεγέθυνσης του παγκόσμιου ΑΕΠ είχε αρχίσει να κάμπτεται, λόγω κυρίως του εμπορικού και τεχνολογικού πολέμου μεταξύ ΗΠΑ και Κίνας (Ρουμελιώτης, 2021, σσ. 163-188 και 221-303). Επίσης μέχρι το 2019 είχε αυξηθεί επικίνδυνα το παγκόσμιο δημόσιο και ιδιωτικό χρέος και είχε προβλεφθεί ότι θα φθάσει στο 250% του παγκόσμιου ΑΕΠ (ΙMF, 16/7/2020).

Μετά την εμφάνιση της πανδημίας του Covid-19 οι αρνητικές αυτές τάσεις, σε ό,τι αφορά τη μεγέθυνση του παγκόσμιου ΑΕΠ, επιταχύνθηκαν. Συγκεκριμένα, με βάση τα στοιχεία του ΔΝΤ, το παγκόσμιο ΑΕΠ μειώθηκε το 2020 κατά 3,3%, εκείνο των ΗΠΑ κατά 3,5%, της Ευρωζώνης κατά 6,6%, ενώ εκείνο της Κίνας αυξήθηκε κατά 2,3% (IMF, 6 April 2021).

  • Η ύφεση έπληξε περισσότερο τις Νότιες χώρες της Ευρωζώνης. Η μείωση του ρυθμού μεγέθυνσης του ΑΕΠ το 2020 έφθασε το 11% στην Ισπανία, 8,9% στην Ιταλία, 8,2% στη Γαλλία και Ελλάδα, ενώ στη Γερμανία η ύφεση διαμορφώθηκε στο 4,9%.

Η κρίση της πανδημίας επηρέασε αρνητικά το παγκόσμιο εμπόριο, το οποίο, το 2020, μειώθηκε κατά 5,3% (Le Monde, 2/4/2021). Επίσης η ανεργία αυξήθηκε μέχρι το Νοέμβριο του 2020 στο 16,4% στην Ισπανία, 16% στην Ελλάδα, 9% στη Γαλλία, 8,6% στην Ιταλία, έναντι 4,4% στη Γερμανία (Le Monde, 9/2/2021). Ταυτόχρονα, η πανδημία του Covid-19 όξυνε ακόμα περισσότερο τις ανισότητες, τόσο μεταξύ χωρών όσο και μεταξύ κοινωνικών ομάδων μέσα στις ίδιες τις χώρες. Ειδικότερα, το ΔΝΤ εκτιμά ότι 100 εκατομμύρια εργαζόμενοι, σε 35 αναπτυγμένες χώρες, θα χάσουν τις θέσεις εργασίας τους, λόγω της κρίσης που προκάλεσε ο Covid-19. Στις αναπτυσσόμενες χώρες, ο κίνδυνος αυτός είναι ακόμα μεγαλύτερος, λόγω της περιορισμένης πρόσβασης των εργαζομένων στην τηλεργασία και συγκεκριμένα ως αποτέλεσμα του μικρότερου ποσοστού εργαζομένων που μπορεί να έχει πρόσβαση σ’ αυτήν (20% έναντι 10% στις αναπτυγμένες χώρες) (IMF, October 2020).

Από την πλευρά του, ο Παγκόσμιος Οργανισμός Εργασίας υπολόγισε ότι 255 εκατομμύρια εργαζόμενοι στον κόσμο θα χάσουν τις θέσεις εργασίας τους, λόγω της πανδημίας του Covid-19 (Le Monde, 7-8/3/2021). Ωστόσο, με βάση τις προβλέψεις του ΔΝΤ, αναμένεται ανάκαμψη του ρυθμού μεγέθυνσης του ΑΕΠ το 2021 και 2022 κατά 6,0% και 4,4% αντίστοιχα σε παγκόσμια βάση, 6,4% και 3,5% αντίστοιχα στις ΗΠΑ, 4,4% και 3,8% στην Ευρωζώνη, και  8,3% και 5,6% στην Κίνα.

 

  • Τα μέτρα αντιμετώπισης της πανδημίας.

 

Στο υγειονομικό επίπεδο, οι κυβερνήσεις βρέθηκαν απροετοίμαστες για ν’ αντιμετωπίσουν μια τόσο σοβαρή κρίση. Οι πολιτικές λιτότητας που εφαρμόζονταν για δεκαετίες περιόρισαν την εμβέλεια των δημόσιων συστημάτων υγείας (π.χ. ανεπαρκής αριθμός μονάδων εντατικής θεραπείας, ιατρικού και νοσηλευτικού προσωπικού).

  • Μπροστά στον κίνδυνο της κατάρρευσης του παραγωγικού και κοινωνικού ιστού τους, οι κυβερνήσεις και οι Κεντρικές Τράπεζές τους, αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τις δογματικές δημοσιονομικές και νομισματικές πολιτικές τους, που είχαν καθιερωθεί από τις αρχές της δεκαετίας του ’80, παράλληλα με την παγκοσμιοποίηση.

Συγκεκριμένα, οι κυβερνήσεις προχώρησαν σε σημαντική αύξηση των δημοσιονομικών ελλειμμάτων τους, προκειμένου να στηρίξουν με επιδοτήσεις και δάνεια, εγγυημένα από τον κρατικό προϋπολογισμό, τις επιχειρήσεις. Ταυτόχρονα, ανέλαβαν την πληρωμή μέρους των αμοιβών των εργαζομένων στον ιδιωτικό τομέα και αύξησαν τα επιδόματα στους ανέργους, καθώς και τις δαπάνες των δημόσιων συστημάτων υγείας.

  • Το κόστος αυτών των μέτρων θα ξεπεράσει τα 7 τρισεκατομμύρια δολάρια στις ΗΠΑ, συμπεριλαμβανομένων και των μέτρων του Προέδρου Biden για τον εκσυγχρονισμό των δημόσιων υποδομών, έναντι 750 δισεκατομμυρίων ευρώ στην ΕΕ, χωρίς να ληφθούν υπόψη τα μέτρα που χρηματοδοτήθηκαν από τους εθνικούς προϋπολογισμούς των κρατών-μελών (Le Monde, 3/4/2021). Με βάση τις εκτιμήσεις του ΔΝΤ, το κόστος των μέτρων για την αντιμετώπιση της κρίσης της πανδημίας του Covid-19 ξεπέρασε το 9% του ΑΕΠ το 2020 στις αναπτυγμένες και το 3,5% στις αναδυόμενες χώρες (IMF, October 2020). Σε παγκόσμια βάση, το 2020, εκτιμάται ότι δαπανήθηκαν 14 τρισεκατομμύρια δολάρια (ή 16% του παγκόσμιου ΑΕΠ) για την αντιμετώπιση της κρίσης.

Τόσο τα μέτρα των ΗΠΑ όσο και της ΕΕ αφορούν τόσο τη στήριξη της οικονομικής δραστηριότητας (επιδόματα, δάνεια με εγγύηση του προϋπολογισμού) όσο και νέες επενδυτικές δραστηριότητες (εκσυγχρονισμό των υποδομών, ενεργειακή μετάβαση, ψηφιακές τεχνολογίες, προγράμματα δια βίου μάθησης, κοινωνικής συνοχής, μείωσης των ανισοτήτων, κ.α.) (Le Monde 2/4/2021). Ωστόσο, το επενδυτικό πρόγραμμα των ΗΠΑ (2.250 δισεκατομμύρια δολάρια) είναι τριπλάσιο από το αντίστοιχο της ΕΕ (750 δισεκατομμύρια ευρώ).

Έτσι, τα δημοσιονομικά ελλείμματα και το δημόσιο χρέος αυξήθηκαν σημαντικά. Το δημοσιονομικό έλλειμμα έφθασε το 2020 στο 15% του ΑΕΠ στις ΗΠΑ, 13,2% στις 7 πλουσιότερες χώρες στον κόσμο, 7,6% στην Ευρωζώνη (5,5% στη Γερμανία, 8,8% στην Ιταλία ,7,2% στη Γαλλία και 8,9% στην Ελλάδα). Το έλλειμμα αυτό προβλέπεται να παραμείνει σε υψηλά επίπεδα τόσο το 2021 όσο και το 2022 (10% στις ΗΠΑ το 2021, 6,7% το 2021 και 3,3% το 2022 στην Ευρωζώνη, 11,9% και 5% αντίστοιχα στις 7 πλουσιότερες χώρες στον κόσμο) (Le Monde, 4/3/2021 και IMF, April 2021). Σε παγκόσμια βάση το χρέος αυτό αυξήθηκε το 2020 κατά 14% και έφθασε στο 98% του παγκόσμιου ΑΕΠ (Le Monde, 13/3/2021).

Ειδικότερα, το δημόσιο χρέος ως ποσοστό του ΑΕΠ αυξήθηκε από 118% το 2019 σε 136,7% το 2020 στις 7 πλουσιότερες χώρες του κόσμου και από 84% σε 96,9% αντίστοιχα στην Ευρωζώνη (από 59,6% σε 68,9% στη Γερμανία, από 98,1% σε 113,5% στη Γαλλία, από 134,6% σε 155,6% στην Ιταλία και από 184,9% σε 213,1% στην Ελλάδα) (IMF, April, 2021).

  • Το δημόσιο χρέος θα παραμείνει σε υψηλό επίπεδο τόσο το 2021 όσο και το 2022 (133,7% και 132,8% αντίστοιχα στις 7 πλουσιότερες χώρες του κόσμου, 98,2% και 96,5% στην Ευρωζώνη, 70,3% και 67,3% στη Γερμανία, 115,2% και 114,3% στη Γαλλία, 157,1% και 155%, στην Ιταλία και 210,1% και 200,5% στην Ελλάδα).

Από την πλευρά τους, οι Κεντρικές Τράπεζες αύξησαν τους ισολογισμούς τους, μετά την εκδήλωση της πανδημίας, ώστε να μπορέσουν να αγοράσουν σημαντικό μέρος του χρέους των κυβερνήσεων (κρατικά ομόλογα), και άλλα στοιχεία ενεργητικού του ιδιωτικού τομέα (εταιρικά ομόλογα, κ.ά.). Επίσης, χρηματοδότησαν την οικονομία με χαμηλά ή αρνητικά επιτόκια.

Ειδικότερα, η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) αύξησε τον ισολογισμό της κατά 2.400 δισεκατομμύρια ευρώ για να στηρίξει τη ρευστότητα της Ευρωζώνης (Le Monde, 4/1/2021). Το ίδιο έπραξε και η Federal Reserve (Fed),  η οποία αύξησε τον ισολογισμό της κατά 3.000 δισεκατομμύρια δολάρια για να στηρίξει την αμερικανική οικονομία.

 

  • Οι αναγκαίες πολιτικές

 

Για να επανέλθει η παγκόσμια οικονομία σε τροχιά ανάκαμψης μετά τον εμβολιασμό, την ανοσία και την άρση των περιοριστικών μέτρων στις μετακινήσεις του πληθυσμού, θα πρέπει να συνεχιστεί η εφαρμογή ελαστικών δημοσιονομικών και νομισματικών πολιτικών. Έτσι μόνο θα αποτραπούν οι πτωχεύσεις των επιχειρήσεων, που δεν θα αντέξουν μετά απο μια εσπευσμένη κατάργηση των ευνοϊκών χρηματοδοτικών και φορολογικών μέτρων. Ετσι θα δοθεί χρόνος στην οικονομία μέχρι να αποδόσουν τα επενδυτικά σχέδια που θα εφαρμοστούν από τις διάφορες χώρες, ώστε να ενισχυθεί ο παραγωγικός και κοινωνικός ιστός τους (π.χ. Ταμείο Ανάκαμψης της ΕΕ και πρόγραμμα εκσυγχρονισμού των υποδομών στις ΗΠΑ).

  • Όπως υποστηρίζει ο N. Roubini (28 April, 2020), μετά την κρίση του Covid-19, τα ρίσκα για την παγκόσμια οικονομία αυξήθηκαν. Ειδικότερα, το πρώτο ρίσκο είναι η πτώχευση κρατών, λόγω της μεγάλης αύξησης του δημόσιου χρέους, ως αποτέλεσμα της εφαρμογής των μέτρων στήριξης της οικονομικής δραστηριότητας. Για να αποτραπεί ο κίνδυνος αυτός, επιβάλλεται η διατήρηση των επιτοκίων σε χαμηλά επίπεδα.

Από την πλευρά τους, οι Jason Furman και Lawrence Summers (30/11/2020), υποστηρίζουν ότι οι αντικυκλικές πολιτικές θα πρέπει να έχουν μονιμότερο χαρακτήρα και να συνδυαστούν με ένα εκτεταμένο και μεγάλης κλίμακας μετασχηματισμό των βιομηχανικών οικονομιών. Συνεπώς, τα μακροπρόθεσμα επιτόκια θα πρέπει να παραμείνουν σε χαμηλά επίπεδα.

 

  • Επίσης θα πρέπει να αλλάξουν τα κριτήρια βιωσιμότητας του δημόσιου χρέους. Η τελευταία θα πρέπει να κρίνεται με βάση την ικανότητα αποπληρωμής του χρέους και όχι με βάση το συσσωρευμένο ύψος του. Τα αρνητικά επιτόκια (δηλαδή επιτόκια μικρότερα του πληθωρισμού) θα συμβάλλουν στην αποπληρωμή και τη μείωση του δημόσιου χρέους.

Ένας επιπλέον λόγος για τη συνέχιση των ελαστικών δημοσιονομικών και νομισματικών πολιτικών είναι η ανάγκη αντιμετώπισης του κινδύνου της μακροχρόνιας στασιμότητας (secular stagnation),  που προκαλείται από τη μακροχρόνια γήρανση του πληθυσμού, που οδηγεί, με τη σειρά της, σε αύξηση της αποταμίευσης και των ανισοτήτων. Έτσι, περιορίζεται η ζήτηση και κατ’ επέκταση η κερδοφορία των επιχειρήσεων, που με τη σειρά τους προκαλούν συρρίκνωση των επενδύσεων, της απασχόλησης και αύξηση της ανεργίας. Ταυτόχρονα, ο τεχνολογικός μετασχηματισμός της οικονομίας (π.χ. ψηφιοποίηση και τεχνητή νοημοσύνη) απαξιώνει και περιθωριοποιεί σημαντικό ποσοστό της εργασίας, κυρίως της ανειδίκευτης (Ρουμελιώτης, 2021, σσ. 86-101)

 

  • Οι επιπτώσεις στην παγκοσμιοποίηση

 

Με την πανδημία του Covid-19 αναδείχθηκαν οι σοβαρές υπερβολές και αδυναμίες της άκρατης παγκοσμιοποίησης. Κατ’ αρχάς, υπήρξε έλλειψη συνεργασίας μεταξύ χωρών, στα πλαίσια του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας και ευρύτερα όσον αφορά την έγκαιρη ενημέρωση για την εκδήλωση της πανδημίας στην Κίνα και την αντιμετώπισή της. Με την αδρανοποίηση και τον περιορισμό της παραγωγής των παγκόσμιων αλυσίδων παραγωγής και του διεθνούς εμπορίου γενικότερα, παρεμποδίστηκε η ομαλή τροφοδότηση διαφόρων χωρών με μάσκες, αναπνευστήρες και φάρμακα. Έτσι, διάφορες χώρες αναγκάστηκαν να περιορίσουν τις εξαγωγές μασκών και αναπνευστήρων αρχικά και εμβολίων στη συνέχεια, προκειμένου να προστατεύσουν κατά προτεραιότητα τους πληθυσμούς τους.

Ταυτόχρονα, οι κυβερνήσεις συνειδητοποίησαν τη μεγάλη εξάρτηση των χωρών τους από τις παγκόσμιες αλυσίδες παραγωγής. Τα συστήματα υγείας των περισσότερων χωρών δοκιμάστηκαν λόγω ελλείψεων κλινών, ιατρικού και νοσηλευτικού προσωπικού. Επίσης, αναδείχτηκε ο κεντρικός ρόλος του δημόσιου συστήματος υγείας στην αντιμετώπιση της πανδημίας. Αποδείχτηκε, επίσης, ότι το κόστος από την έλλειψη κατάλληλων υγειονομικών υποδομών είναι απείρως μεγαλύτερο απ’ ό,τι το κόστος από την αδρανοποίηση του παραγωγικού και κοινωνικού ιστού. Έτσι, οι διάφορες χώρες προσπαθούν να επαναφέρουν, με προστατευτικά και άλλα μέτρα, σημαντικά τμήματα της παγκόσμιας αλυσίδας παραγωγής σε εθνικό και περιφερειακό επίπεδο, έστω και με υψηλότερο κόστος για αυτές. Η διαδικασία αυτή της απο-παγκοσμιοποίησης για ευαίσθητα προϊόντα (π.χ. φάρμακα, εμβόλια, τρόφιμα, ψηφιακές τεχνολογίες, κ.ά.) θα συνεχιστεί στο μέλλον.

Για παράδειγμα, κατά τη διάρκεια της πανδημίας, χώρες όπως οι ΗΠΑ και η Ιαπωνία έδωσαν κίνητρα στις επιχειρήσεις τους να μετεγκατεσταθούν από την Κίνα, είτε στις χώρες προέλευσής τους, είτε σε άλλες χώρες της Ν.-Α. Ασίας, περισσότερο φιλικές προς το Δυτικό Κόσμο.

  • Επίσης, ο Πρόεδρος Biden, στα πλαίσια του επενδυτικού προγράμματος που εξήγγειλε, θα διαθέσει 300 δισεκατομμύρια δολάρια για τη διασφάλιση των στρατηγικών αλυσίδων παραγωγής από μελλοντικές ελλείψεις που προκαλούν οι πανδημίες, καθώς και την ενίσχυση της εγχώριας αγοράς και απασχόλησης (American Jobs Plan) (Le Monde 2/4/2021).

 

Στα πλαίσια του γεωοικονομικού και τεχνολογικού πολέμου μεταξύ ΗΠΑ και Κίνας και της αποσύνδεσης της αμερικανικής και της κινεζικής οικονομίας, θα αυξηθούν τα περιοριστικά μέτρα στο εμπόριο και στις επενδύσεις τόσο μεταξύ των δύο αυτών χωρών όσο και παγκοσμίως. Πολλές επιχειρήσεις αποφάσισαν ήδη να μετεγκατασταθούν είτε σε άλλες περιφερειακές ζώνες (π.χ. από την Κίνα στο Βιετνάμ, την Ταϊβάν, κ.ά.), είτε στις χώρες προέλευσής τους. Άλλες θα προσπαθήσουν να εξαρτώνται λιγότερο από το παγκοσμιοποιημένο σύστημα.

Γενικότερα, προβλέπεται ότι ορισμένες χώρες (π.χ. ΗΠΑ, Κίνα, ΕΕ) θα προσπαθήσουν να δημιουργήσουν ανθεκτικότερα συστήματα παραγωγής, ώστε να μπορούν να αντιμετωπίζουν αποτελεσματικότερα μελλοντικές διαταραχές (Golub P.,Juin 2020).

  • Η ανθεκτικότητα ορίζεται ως η ικανότητα μιας χώρας να αντικαταστήσει σε σύντομο χρονικό διάστημα την εισαγωγή ενός προϊόντος ή εξαρτήματος με εγχώρια παραγωγή του προϊόντος ή του εξαρτήματος αυτού. Οι χώρες που διαθέτουν σήμερα ανθεκτικότερα συστήματα και αλυσίδες παραγωγής είναι η Κίνα, η Ιταλία, οι ΗΠΑ, η Ισπανία, η Αυστρία, η Πολωνία και η Πορτογαλία. Οι χώρες με λιγότερο ανθεκτικά συστήματα είναι ο Καναδάς, η Αργεντινή, η Ν. Αφρική, η Ινδονησία και το Πακιστάν ((E. Laville & A. Florestin, Le Monde, 24-25/5/2020).

Έτσι, προβλέπεται ότι η αύξηση των δασμών, λόγω του εμπορικού πολέμου, καθώς και η επαναφορά παραγωγικών δραστηριοτήτων σε εθνικό ή και περιφερειακό επίπεδο, στα πλαίσια της μερικής απο-παγκοσμιοποίησης, θα οδηγήσουν σε σημαντική αύξηση του κόστους παραγωγής και των τιμών προϊόντων και εξαρτημάτων. Και αυτό επειδή σήμερα το μεγαλύτερο ποσοστό του διεθνούς εμπορίου (70%) αποτελείται από ενδιάμεσα προϊόντα, που παράγονται από τις παγκόσμιες αλυσίδες παραγωγής (Le Monde, 7-8/6/2020). Ωστόσο, σταδιακά το κόστος παραγωγής, ιδιαίτερα στις αναπτυγμένες χώρες, θα μειωθεί σημαντικά λόγω της χρησιμοποίησης σύγχρονων ψηφιακών τεχνολογιών και της τεχνητής νοημοσύνης.

 

  • Η κλιματική αλλαγή

 

Οι σοβαρές οικονομικές και κοινωνικές επιπτώσεις της πανδημίας του Covid-19 κινδυνεύουν να συμβάλλουν στην καθυστέρηση της εφαρμογής της Συμφωνίας του Παρισιού για την κλιματική αλλαγή. Οι διάφορες επιχειρήσεις ασκούν πιέσεις στις κυβερνήσεις τους για τη μη εφαρμογή του χρονοδιαγράμματος, όσον αφορά τη τήρηση της Συμφωνίας αυτής, ώστε ν’ αντιμετωπίσουν τις επιπτώσεις της κρίσης του Covid-19.

Ωστόσο, έχει καταστεί πλέον επείγουσα η ανάγκη εφαρμογής της Συμφωνίας του Παρισιού COP, σχετικά με τη δραστική μείωση των εκπομπών CO2 (διοξειδίου του άνθρακα) μέχρι το 2050, ώστε να περιοριστεί η αύξηση της θερμοκρασίας του πλανήτη μας. Η προσπάθεια αυτή θα απαιτήσει ένα σαρωτικό μετασχηματισμό του παραγωγικού συστήματος και σημαντική αλλαγή των καταναλωτικών συνηθειών. Ταυτόχρονα, θα πρέπει να επιταχυνθεί η ενεργειακή μετάβαση από τα ορυκτά καύσιμα στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας.

Για την επίτευξη των στόχων αυτών, θα πρέπει να φορολογηθούν περισσότερο οι εκπομπές CO2, τόσο στο εσωτερικό των διαφόρων χωρών, όσο και στις μεταξύ τους συναλλαγές. Τόσο η ενεργειακή μετάβαση, όσο και οι φόροι και δασμοί CO2, θα συμβάλλουν στην αύξηση των τιμών της ενέργειας, που με τη σειρά τους θα οδηγήσουν σε αυξήσεις του κόστους παραγωγής και κατ’ επέκταση των τιμών των προϊόντων (P. Artus, Le Monde 20-21/12/2020).

Όσον αφορά την ενεργειακή μετάβαση, θα απαιτηθούν σημαντικοί πόροι για τη χρηματοδότηση των σχετικών επενδύσεων. Για το λόγο αυτό θα πρέπει τα μακροχρόνια επιτόκια να παραμείνουν σε χαμηλά επίπεδα, ώστε οι επιχειρήσεις να μπορέσουν να ανταποκριθούν στις δανειακές υποχρεώσεις τους.

Όμως, με τις υψηλότερες τιμές της ενέργειας και των προϊόντων που θα παράγονται με βάση τους νέους περιβαλλοντικούς κανόνες, οι επιχειρήσεις θα διασφαλίσουν ένα ικανοποιητικό περιθώριο κέρδους.

Οι επιχειρήσεις που δε θα μπορέσουν να προσαρμοστούν με τους νέους περιβαλλοντικούς κανόνες, θα αποκλειστούν από το χρηματοπιστωτικό σύστημα, καθώς θα θεωρηθούν υψηλού ρίσκου από το τραπεζικό σύστημα και δε θα χρηματοδοτούνται από αυτό.

  • Το μεγάλο στοίχημα είναι πώς με τις αυξήσεις των τιμών, ο πληθωρισμός δε θα ξεπεράσει ένα ασφαλές όριο (2%), ώστε να μην αναγκαστούν οι Κεντρικές Τράπεζες να αυξήσουν σημαντικά τα επιτόκιά τους.

Από τη μια πλευρά, το εγχείρημα αυτό δε φαίνεται ακατόρθωτο, καθώς από τη διεθνή εμπειρία προκύπτει ότι, μετά τη χρηματοπιστωτική κρίση του 2008-2009, οι επεκτατικές δημοσιονομικές και νομισματικές πολιτικές που εφαρμόστηκαν, δεν οδήγησαν σε αύξηση του πληθωρισμού. Επίσης, λόγω της γήρανσης του πληθυσμού, της αύξησης της αποταμίευσης και των ανισοτήτων, η ζήτηση παρέμεινε σε χαμηλά επίπεδα.

Το ίδιο προβλέπεται να συμβεί και μετά την εφαρμογή των πρωτόγνωρων δημοσιονομικών και νομισματικών μέτρων, που προωθήθηκαν για να αντιμετωπιστούν οι συνέπειες της πανδημίας. Με βάση τις προβλέψεις της ΕΚΤ, ο πληθωρισμός θα παραμείνει σε χαμηλά επίπεδα μέχρι το 2023 (1,4% κατά μέσο όρο στην Ευρωζώνη). Και αυτό επειδή η ενίσχυση της ρευστότητας, για την αντιμετώπιση της κρίσης του Covid-19, δεν προκαλεί αύξηση της ζήτησης. Αντίθετα, προβλέπεται να συμβάλει στην αύξηση της αποταμίευσης, τόσο των επιχειρήσεων, όσο και των νοικοκυριών (κατά 200 δισεκατομμύρια ευρώ μέχρι το τέλος του 2021) (βλ. Le Monde, 2/1/2021, 13/3/2021).

  • Από την άλλη πλευρά, οι αυξήσεις στις τιμές της ενέργειας και των προϊόντων, λόγω της κλιματικής και ενεργειακής μετάβασης, αναμένεται να τροφοδοτήσουν τον πληθωρισμό. Επομένως, για να παραμείνουν τα μακροπρόθεσμα επιτόκια σε χαμηλά επίπεδα θα πρέπει οι αυξητικές τάσεις των τιμών, λόγω της κλιματικής και ενεργειακής μετάβασης, να αντισταθμιστούν από τις αρνητικές τάσεις, λόγω της υψηλής αποταμίευσης και της γήρανσης του πληθυσμού. Επίσης, με την ψηφιοποίηση της οικονομίας αναμένεται να μειωθεί το κόστος παραγωγής και να αυξηθεί το περιθώριο κέρδους των επιχειρήσεων.

Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, το κρίσιμο δίλλημα είναι πότε και πώς η Ευρωζώνη πρέπει να επαναφέρει σε εφαρμογή το Σύμφωνο Σταθερότητας και Ανάπτυξης. Τα αυστηρά δημοσιονομικά κριτήριά του, σε συνδυασμό με την αύξηση του χρέους, καθιστούν δυσχερές το εγχείρημα της εφαρμογής του από πολλές χώρες – μέλη, κυρίως από τις νότιες. Ειδικότερα, η μείωση των δημοσιονομικών ελλειμμάτων, και ειδικότερα η ανάγκη πραγματοποίησης υψηλών πρωτογενών πλεονασμάτων, για να μειωθεί το δημόσιο χρέος, σε μια περίοδο χαμηλού πληθωρισμού και ρυθμού μεγέθυνσης του ΑΕΠ, φαίνεται ότι θα προκαλέσουν τριγμούς στις σχέσεις μεταξύ των βόρειων και νότιων χωρών της Ευρωζώνης (Le Monde, 3-4/1/2021).

 

  • Τα σενάρια

 

Βάσει των υγειονομικών και οικονομικών προβλέψεων, καταλήγουμε σε τρία κύρια σενάρια. Με βάση το πρώτο, αισιόδοξο, σενάριο (σενάριο V) η πανδημία προβλέπεται να ελεγχτεί έγκαιρα, δηλαδή μέχρι τα τέλη Ιουνίου 2021, λόγω των εμβολιασμών ενός μεγάλου ποσοστού του πληθυσμού και της ανοσίας που θα προκύψει στον υπόλοιπο πληθυσμό. Έτσι, σταδιακά θα αρθούν τα περιοριστικά μέτρα στις μετακινήσεις πληθυσμού, θα επιτραπούν τα ταξίδια και θα επανέλθουν οι εργαζόμενοι στις εργασίες τους. Οι κυβερνήσεις θα συνεχίσουν να στηρίζουν τις επιχειρήσεις (κυρίως με φορολογικά μέτρα και δάνεια εγγυημένα από το δημόσιο), ώστε να περιοριστούν οι πτωχεύσεις των επιχειρήσεων, μέχρι να ελεγχτεί πλήρως η πανδημία. Ταυτόχρονα, οι χώρες της ΕΕ, και η Ελλάδα ειδικότερα, θα καταφέρουν να αξιοποιήσουν έγκαιρα τα κονδύλια του Ταμείου Ανάκαμψης. Η νομισματική πολιτική της ΕΚΤ θα συνεχίσει να είναι χαλαρή, ώστε τα επιτόκια να παραμείνουν χαμηλά και να μπορούν τα κράτη να αναχρηματοδοτούν το υψηλό χρέος τους, καθώς έτσι θα αποφευχθεί μια νέα χρηματοπιστωτική κρίση.

  • Με βάση το, αισιόδοξο,  αυτό σενάριο, η παγκόσμια οικονομία προβλέπεται να ανακάμψει το 2021 με ρυθμό 4% περίπου, που είναι αρκετός για να καλύψει τις απώλειες του 2020. Ωστόσο, στην Ευρωζώνη και την Ελλάδα η επανάκαμψη του ΑΕΠ το 2021 θα είναι βραδύτερη, περίπου 3,6% και θα χρειαστούν δύο χρόνια περίπου για να επανέλθει το ΑΕΠ στα επίπεδα του 2019.

Το δεύτερο σενάριο είναι λιγότερο αισιόδοξο (σενάριο U). Με βάση το σενάριο αυτό προβλέπεται να καθυστερήσει η ανάκαμψη της παγκόσμιας και ευρωπαϊκής οικονομίας, λόγω του μη έγκαιρου και συντονισμένου εμβολιασμού των πληθυσμών των διαφόρων χωρών. Έτσι, δεν θα καταστεί δυνατό να απελευθερωθούν πλήρως οι μετακινήσεις και τα ταξίδια. Οι κυβερνήσεις των χωρών της ΕΕ δεν θα μπορέσουν να αξιοποιήσουν έγκαιρα τα κονδύλια του Ταμείου Ανάκαμψης και θα συνεχίσουν την ελαστική δημοσιονομική πολιτική. Έτσι, η ανάκαμψη της κατανάλωσης και των επενδύσεων θα καθυστερήσει και ο αριθμός των πτωχεύσεων θα είναι μεγαλύτερος.

Σύμφωνα με το τρίτο, απαισιόδοξο, (σενάριο L), η παγκόσμια οικονομία δύσκολα θα ανακάμψει και θα παραμείνει σε στασιμότητα. Με βάση το σενάριο αυτό, ακόμα και να αντιμετωπιστεί η πανδημία, ο εμπορικός πόλεμος ΗΠΑ-Κίνας θα συνεχιστεί, το διεθνές εμπόριο θα επηρεαστεί αρνητικά, τα επιτόκια θα αυξηθούν και θα δυσκολέψουν την αναχρηματοδότηση του χρέους των κρατών, η χρηματιστηριακή αξία των επιχειρήσεων θα μειωθεί δραστικά, λόγω των «φουσκών» που έχουν δημιουργηθεί από τη χαλαρή νομισματική πολιτική και δεν αποκλείεται μια νέα χρηματοπιστωτική κρίση.

  • Τέλος, όσον αφορά την Ελλάδα, η αντιμετώπιση των επιπτώσεων της πανδημίας είναι δυσκολότερη και θα απαιτήσει περισσότερο χρόνο, λόγω των διαθρωτικών προβλημάτων της ελληνικής οικονομίας. Οι τράπεζες δεν θα μπορέσουν εύκολα και επαρκώς να χρηματοδοτήσουν την οικονομία, λόγω των υψηλών μη εξυπηρετούμενων δανείων τους. Θα χρειαστούν νέα κεφάλαια, για να προωθήσουν τις νέες τιτλοποιήσεις παλαιών και νέων προβληματικών δανείων, οι πτωχεύσεις επιχειρήσεων δύσκολα θα αποτραπούν, καθώς για να αποφευχθούν, μόνο το κράτος θα μπορούσε να αναλάβει τα δάνειά τους προς τις τράπεζες και να διαγράψει τα χρέη τους προς το δημόσιο.

Οι γραφειοκρατικές δυσκολίες και ο μεγαλύτερος χρόνος ωρίμανσης των επενδυτικών σχεδίων στην Ελλάδα, θα καθυστερήσουν τη χρηματοδότησή της από το Ευρωπαϊκό Ταμείο Ανάκαμψης. Τέλος, το υπερβολικά υψηλό δημόσιο χρέος (213% του ΑΕΠ) θα δυσχεράνει ακόμα περισσότερο την άσκηση μιας ελαστικής δημοσιονομικής πολιτικής, ιδιαίτερα μετά την επαναφορά σε ισχύ του Συμφώνου Σταθερότητας και Ανάκαμψης της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

 

Όσον αφορά τις γεωπολιτικές εξελίξεις, διαμορφώνονται τρία βασικά σενάρια:

 

  • Το πρώτο σενάριο έχει να κάνει με την ενίσχυση της διεθνούς συνεργασίας, όσον αφορά την εξασφάλιση δημόσιων αγαθών, κυρίως στον τομέα της υγείας, του περιβάλλοντος και της καταπολέμησης της φτώχειας. Το αισιόδοξο αυτό σενάριο εξελίχτηκε κατά τη διάρκεια της αντιμετώπισης της χρηματοπιστωτικής κρίσης του 2008-2009, όπου η Ομάδα των Είκοσι Μεγαλύτερων Οικονομιών του κόσμου (G20) συνεργάστηκε, ώστε να αποφευχθεί μια σοβαρότερη οικονομική κρίση.

 

  • Με βάση το δεύτερο σενάριο προβλέπεται η εντατικοποίηση του ανταγωνισμού για μεγιστοποίηση οικονομικής, τεχνολογικής και γεωπολιτικής ισχύος μεταξύ των μεγάλων δυνάμεων, όπως συνέβη στα τέλη του 19ου αιώνα με αρχές του 20ου αιώνα και οδήγησε στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Το σενάριο αυτό προβλέπει ενίσχυση της περιφερειοποίησης και μεταφορά οικονομικών δραστηριοτήτων από τον συστημικό ανταγωνιστή (Κίνα) σ’ άλλες χώρες, φιλικές προς το Δυτικό κόσμο (π.χ. χώρες Ν-Α. Ασίας και Αφρικής).

 

  • Με το τρίτο σενάριο, προβλέπεται η συνύπαρξη συνεργασιών και ανταγωνισμών σε διάφορους τομείς διεθνούς πολιτικής, όπως έγινε μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο (Golub P., Juin 2020).

 

  • Συμπεράσματα

 

Συμπερασματικά, οι νεοφιλελεύθερες οικονομικές δημοσιονομικές και νομισματικές πολιτικές, που εφαρμόστηκαν από τις αρχές της δεκαετίας του ’80, σε συνδυασμό με την παγκοσμιοποίηση, φαίνεται ότι έφθασαν στα όριά τους. Αποδείχθηκαν ακατάλληλες σε περιόδους εξωτερικών διαταραχών, όπως στην περίπτωση της χρηματοπιστωτικής κρίσης του 2008-2009 και της πανδημίας του Covid-19. Σε αμφότερες τις περιπτώσεις, η κρατική παρέμβαση, με πρωτόγνωρα δημοσιονομικά μέτρα, και εκείνη των Κεντρικών Τραπεζών, με σημαντική αύξηση της ρευστότητας και αρνητικά επιτόκια, διέσωσαν το παγκόσμιο οικονομικό οικοδόμημα από την καταστροφή του.

  • Οι πολιτικές λιτότητας οδήγησαν στην απαξίωση του υγειονομικού συστήματος, με αποτέλεσμα οι περισσότερες χώρες βρέθηκαν σε αδυναμία να την αντιμετωπίσουν έγκαιρα και αποτελεσματικά, καθώς και να προστατεύσουν τους πληθυσμούς τους, από την πανδημία.

Το οικονομικό και κοινωνικό κόστος της πανδημίας ήταν πολλαπλάσια μεγαλύτερο από τις εξοικονομήσεις και τα μέτρα λιτότητας στην υγεία, που εφαρμόστηκαν στα πλαίσια των νεοφιλελεύθερων συνταγών. Για το λόγο αυτό επιβάλλεται η επαναδραστηριοποίηση του κράτους στον υγειονομικό τομέα, ώστε να μπορέσει στο μέλλον να προσφέρει το ύψιστο δημόσιο αγαθό, την υγεία.

  • Η άκρατη φιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση μπορεί να συνέβαλε στην ανάπτυξη, κυρίως χωρών με χαμηλό κόστος εργασίας (π.χ. Κίνα), αλλά ταυτόχρονα δημιούργησε ένα εύθραυστο και ευάλωτο σε κρίσεις παραγωγικό σύστημα, που δεν άντεξε στην πρόσφατη κρίση της πανδημίας. Έτσι, καθίσταται αναγκαία η επανεγκατάσταση ζωτικών παραγωγικών δραστηριοτήτων σε εθνικό ή/και περιφερειακό επίπεδο, ώστε να μειωθεί η εξάρτηση από τις παγκόσμιες αλυσίδες παραγωγής.

Μια τελευταία πρόσκληση προκύπτει από την ανάγκη της ψηφιοποίησης και της ενεργειακής μετάβασης, που αδιαμφισβήτητα θα συμβάλλουν στον  μετασχηματισμό του παγκόσμιου παραγωγικού συστήματος.

Τέλος, όλες αυτές οι προκλήσεις θα οδηγήσουν στην αναθεώρηση των νεοφιλελεύθερων πολιτικών, που εφαρμόστηκαν με θρησκευτική ευλάβεια τα τελευταία σαράντα χρόνια. Όπως υποστηρίζουν οι O. Blanchard και I. Summers  (βλ. παραπάνω), μια νέα «επανάσταση» στη μακροοικονομική ανάλυση, έχει ήδη δρομολογηθεί, προκειμένου ν’ αποφύγουμε στο μέλλον μεγάλες οικονομικές και κοινωνικές κρίσεις.

Bιβλιογραφία

Artus P., Du client roi à la planète reine, Le Monde, 2021/12/2020.
Blanchard O., Summers L., Evolution or Revolution, Rethin-King Macroeconomic Policy after the Great Recession, 2019.
Furman J., & Summers L., A Reconsideration of Fiscal Policy
In the Era of Law Interest Rates,
Discussion Draft, Brooking Institution.
Golub P., Trois hypothèses géopolitiques, Le Monde Diplomatique, Juin 2020.
IMF, Economic Outlook, April 2021.
IMF, Press Release, 16/7/2020.
Laville E., & Florestin, Réduire la dépendance à la mondialisation, Le Monde, 24-25/5/2020.
Le Monde, 13/3/2021, 9/2/2021, 7-8/3/2021, 2/4/2021, 4/3/2021, 4/1/2021, 7-8/6/2020, 2/1/2021, 3-4/1/2021, 2/4/2021.
OECD, Press Release, 1/12/2020
Roubini N., The Greater Depression of the 2020s, Project Syndicate, 28 April 2020.
Ρουμελιώτης Π., Ρήξη, ο πόλεμος της τεχνητής νοημοσύνης, Β΄ Έκδοση, Εκδόσεις Α.Α. Λιβάνη, Αθήνα, 2021.

* Ομότιμου Καθηγητή Παντείου Πανεπιστημίου

  • Τα σχόλια που δημοσιεύονται στην ιστοσελίδα μας εκφράζουν απαραίτητα τους συγγραφείς. Η ιστοσελίδα μας δεν λογοκρίνει τις γνώμες των συνεργατών της.

ΟΛΑ ΤΑ ΑΡΘΡΑ ΤΟΥ ΜΙΧΑΛΗ ΙΓΝΑΤΙΟΥ ΕΔΩ
ΓΙΑ ΤΑ ΘΕΜΑΤΑ ΑΜΥΝΑΣ ΠΗΓΑΙΝΕΤΕ ΕΔΩ

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΟΛΕΣ ΤΙΣ ΓΝΩΜΕΣ ΕΔΩ και τα ΠΑΡΑΠΟΛΙΤΙΚΑ ΕΔΩ

Ακολουθήστε την Hellas Journal στη GOOGLE NEWS

Ευρωπαϊκός συντονισμός για να «αποσυντονίσουμε» το οργανωμένο έγκλημα: Λειτουργεί στο σκοτάδι

Εγγραφή στο δωρεάν newsletter του HellasJournal

* indicates required

Latest of HellasJournal


%d bloggers like this: