Το τρίτο βιβλίο της δημοσιογράφου Αγγελικής Σπανού: Στην “Δύσπνοια” υπάρχουν αληθινές αφηγήσεις

Η συγγραφέας και δημοσιογράφος Αγγελική Σπανού. Φωτογραφία από το αρχείο της




Είναι ένα βιβλίο που γράφτηκε στην καραντίνα. Και έχει την καταιγιστική ροή που καθορίζεται από τόσο σύντομο διάστημα της συγγραφής του και το βίωμα του εγκλεισμού.

Το τρίτο βιβλίο της συναδέλφου Αγγελικής Σπανού είναι μια ιστορία αγάπης. Ενας ασθματικός νοσοκομειακός γιατρός και μια ηθοποιός που δουλεύει ως σερβιτόρα για να τα βγάλει πέρα αναμετριούνται με την απόσταση, φοβούνται την εγγύτητα, ανακαλύπτουν ασυνείδητες ενορμήσεις αυτοκαταστροφής, διαλύονται από την ένταση του έρωτα και του θανάτου, γδέρνονται στα βράχια της αυτογνωσίας, ματώνουν μπαίνοντας μέσα στον άλλο και, τελικά, λυτρώνονται.

Μετά τους “Απαρατήρητους-Ιστορίες ανθρώπων που δεν έχεις προσέξει” (Πόλις) και τον “Ματιέ” (Μεταμεσονύκτιες εκδόσεις) εμπνευσμένο από το φονικό λυντσάρισμα του Ζακ, η Αγγελική Σπανού επιμένει στη μυθοπλασία πάνω στην πραγματική ζωή.

Στην “Δύσπνοια” υπάρχουν αληθινές αφηγήσεις για το βίωμα μιας παράδοξης συνθήκης που βρέθηκε μπροστά μας ξαφνικά και βίαια. Στις “ιστορίες Covid-19” αναγνωρίζουμε τους ήρωες και τους αντιήρωες μιας παράξενης και άγριας  εποχής. Κυρίως αναγνωρίζουμε τη δύναμη του έρωτα όπως εκλύεται όταν η μάσκα βγει και τα μέτρα προστασίας εκλείψουν.

  • ΕΝΑ ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ

Ξαφνικά οι διαφορές τους φαίνονταν αγεφύρωτες. Μέχρι τότε απολάμβαναν το γεγονός ότι ανήκαν σε άλλους πλανήτες. Εκείνη βυθισμένη στον κόσμο του θεάτρου, αυτός δοσμένος στην επιστήμη του. Το εννοούσαν πολύ και οι δύο. Δεν είχε γίνει ηθοποιός ούτε για τα λεφτά ούτε για τη δόξα. Ήξερε ότι ο δρόμος θα ήταν δύσβατος. Χαμηλά μεροκάματα, δεύτερη δουλειά αναγκαστικά,ανασφάλεια, κούραση. Δεν είχε αυταπάτες. Μόνο όνειρα. Το ίδιο κι εκείνος. Ήταν ένας γιατρός απόλυτα αφοσιωμένος στην ειδικότητά του. Τον ενδιέφερε πάρα πολύ η πνευμονολογία. Ενημερωνόταν συνεχώς, εξελισσόταν, γινόταν καλύτερος, διάβαζε, έγραφε, ενδιαφερόταν για την έρευνα, η δουλειά στο νοσοκομείο ήταν ένα μόνο κομμάτι της ενασχόλησής του με το αντικείμενο. Δεν πουλούσε ιδεαλισμό, δεν το ’παιζε ουμανιστής, απέφευγε την ψυχική σύνδεση με τους ασθενείς του, δεν είχε πολλά πολλά με τους συναδέλφους του, δεν μιλούσε συνέχεια για την καθημερινότητά του στο νοσοκομείο, όμως δεν σταματούσε ποτέ να σκέφτεται σαν γιατρός και να είναι μέσα σε οποιαδήποτε πραγματικότητα αφορούσε το αντικείμενό του.

Ένα παράξενο πράγμα. Αυτός γοητευόταν από την παράδοσή της στο θέατρο. Εκείνη τη σαγήνευε ο επιστημονικός ορθολογισμός του. Εκείνη έβαζε τη μαγεία κι αυτός τον ρεαλισμό. Ήταν ωραίος ο συνδυασμός και η συνάντησή τους. Έπρεπε να γίνει.

Μέχρι που ξέσπασε η πανδημία. Αυτός μπήκε από την αρχή στο μαύρο πηγάδι, εκείνη άργησε να συνειδητοποιήσει πόσο καταλυτική θα ήταν η επίδραση του ιού στη ζωή μας. Δημιουργήθηκε μεγάλη ψυχική απόσταση μεταξύ τους. Γιατί η ηθοποιός ζούσε στο «τώρα», πριν εμφανιστεί το πρώτο κρούσμα στη χώρα μας, και ο γιατρός ζούσε στο «αύριο», όταν πια θα βρισκόταν σε εξέλιξη η υγειονομική κρίση.

Όταν πια εκείνη κατάλαβε τι γινόταν και πόσο σοβαρά ήταν τα πράγματα, τα ’κανε χειρότερα. Γιατί βρέθηκε σε πανικό. Έχασε τη γη κάτω από τα πόδια της, έχασε την ισορροπία της. Δεν ήξερε από πού να κρατηθεί, πώς να σταθεροποιηθεί.

Τον πείραξε πολύ όταν του είπε ότι δεν θα έπρεπε να βρίσκο-νται για να προστατευτούν. Αναγνώριζε ότι ως νοσοκομειακός γιατρός είχε πολλές πιθανότητες να νοσήσει, αλλά θα ήθελε να του πει πως θα το περνούσαν μαζί. Της το έγραψε σ’ ένα μέιλ που της έστειλε ξημερώματα. Και την ξάφνιασε. Πολύ.

Καταλαβαίνω, λογικά, την ανάγκη σου να μην εκτεθείς στην απειλή. Αλλά συναισθηματικά δεν το αντέχω. Αν εγώ εί-μαι για σένα απειλή, τότε τι νόημα έχει η συνάντησή μας;

Προστατεύεσαι. Αλλά υπάρχει έρωτας με προστατευτικά μέτρα; Ο έρωτας είναι από τη φύση του μια επικίνδυνη κατάσταση. Αφήνεις τον εαυτό σου να πέσει στον γκρεμό της σχέσης με τον άλλον και δεν ξέρεις αν, τελικά, θα σωθείς. Μπαίνεις, ναυαγός, στη φουρτουνιασμένη θάλασσα κι ελπίζεις ότι θα φτάσεις στην ακτή. Αλλά δεν είναι σίγουρο. Μπορεί να σε εγκαταλείψουν οι δυνάμεις σου ή να πνιγείς. Περπατάς σε ένα τεντωμένο σκοινί και δεν υπάρχει από κάτω δίχτυ. Αν πέσεις, μπορεί να σκοτωθείς. Το ξέρεις από πριν. Αλλά θέλεις να το ζήσεις. Γιατί, αν δεν το ζήσεις, δεν θα μάθεις ποιος είσαι και ποιος μπορείς να είσαι.

Αυτό που μου ζητάς, να μείνω μακριά σου, το βιώνω σαν αποκλεισμό και σαν ταπείνωση. Σαν να μου λες ότι δεν σε πειράζει να είμαι αλλού, αρκεί να μη θέσεις σε κίνδυνο την υγεία σου ή μάλλον τη ρουτίνα σου, τον αυτοπροσδιορισμό σου. Στην πραγματικότητα, δεν θέλεις να μου αναγνωρίσεις το δικαίωμα επιρροής στη ζωή σου. Είσαι νέα και υγιής. Ακόμη κι αν νοσήσεις, το πιθανότερο είναι πως δεν θα ταλαιπωρηθείς. Δεν υπάρχει αντικειμενικός λόγος για την απόσταση που παίρνεις από μένα. Ενας τυφλός εγωισμός καθόρισε την απαίτησή σου. Πρώτα οι ανάγκες σου, πρώτα ο εαυτός σου. Δεν αισθάνεσαι πως είμαστε μαζί, πως είμαστε ένα. Και γίνεσαι σκληρή.

Το εξώφυλλο του νέου βιβλίου της Αγγελικής Σπανού.

Με κρατάς μακριά χωρίς να σε νοιάζει αν πονάω. Απαιτείς να μην υποφέρω, να προσαρμοστώ και να περιμένω.

Εγώ έχω άσθμα. Ανήκω, όπως λέμε, στις ευπαθείς ομάδες. Ομως συνεχίζω να κάνω τη δουλειά μου με υπευθυνότητα και να εκτίθεμαι στον κίνδυνο να μολυνθώ. Δεν μου αρέσει, αλλά το κάνω. Γιατί έτσι πρέπει. Είναι πολύ δύσκολο και θα γινόταν ευκολότερο αν κοιμόμασταν μαζί, αν τη νύχτα μπορούσα να ησυχάσω στην αγκαλιά σου.

Το ότι με αφήνεις έξω από τον κόσμο σου με αυτόν τον τρόπο είναι βίαιο. Δεν σε κατηγορώ. Εχεις κάθε δικαίωμα να αποσυρθείς και καμία υποχρέωση να με στηρίξεις. Σου τα λέω όλα αυτά απλώς για να σου εξηγήσω ότι το «θα βρεθούμε μετά» που λες δεν ισχύει. Αν δεν είσαι μαζί μου τώρα, δεν θα είμαι μαζί σου μετά. Με διώχνεις και με χάνεις. Η επιλογή σου θα έχει κόστος. Είμαι σίγουρος ότι μπορείς να το αναλάβεις. Αλλά πρέπει να ξέρεις. Σου γράφω για να σε βοηθήσω να συνειδητοποιήσεις τις συνέπειες της συμπεριφοράς σου. Εσύ δεν λες πως πρέπει να αντιλαμβανόμαστε τι μας συμβαίνει, όσο οδυνηρό και να ’ναι; Εχεις δίκιο. Καλό είναι, όταν παίρνουμε μια απόφαση, να έχουμε επίγνωση του βάρους της, για εμάς και για τους άλλους. Να είναι συνειδητή.

Η αλήθεια είναι πως σε άφησα κι εγώ να πιστεύεις ότι μπορούμε να συνυπάρξουμε κάνοντας παράλληλες διαδρομές. Ίσως τότε φαινόταν φυσικό. Να συμπλέεις με τον άλλον σε δι-αφορετική βάρκα, όχι στο ίδιο καράβι. Με βόλευε κι εμένα. Δεν είχα χρόνο ούτε δυνάμεις για έναν ουσιαστικό δεσμό. Ηθελα κάτι πρόχειρο, που να μη μου παίρνει πολλή ενέργεια. Κυρίως, δεν ήθελα να πάρω την ευθύνη μιας οριστικής επιλογής.

Μόνο που τώρα το κενό χάσκει. Φαίνεται με έναν δραματικό τρόπο ελλειμματική αυτή η σχέση. Αυτή η διευθέτηση μάλλον. Θρυμματίζεται στο πρώτο φύσημα του αέρα. Διαλύ-εται σε μικροσκοπικά, αόρατα σωματίδια. Παύει να υπάρχει. Γιατί δεν είμαστε μαζί αν δεν είμαστε μαζί. Δεν είμαστε κοντά αν είμαστε μακριά. Δεν είναι επικοινωνία ούτε επαφή οι βιντεοκλήσεις. Θέλω να σου κρατάω το χέρι και να σου χαϊδεύω τα μαλλιά. Θέλεις να μιλάμε στο Skype και να ανταλλάσσουμε sms. Εντελώς διαφορετικές επιθυμίες. Δεν συμβιβάζονται. Δεν θέλω να κάνουμε cyber sex. Αισθάνομαι ακόμη πιο μόνος μετά. Πονάει το δέρμα μου, επειδή δεν το άγγιξες. Στεγνώνει το στόμα μου, επειδή δεν το φίλησες. Παγώνουν τα χέρια μου, επειδή δεν τα κράτησες.

Σκέψου τα και πες μου. Τώρα πια έχεις χρόνο. Ολοι έχουμε.

Την πόνεσε πολύ το μέιλ του. Δεν ήταν έτοιμη γι’ αυτό. Ποτέ δεν είχαν συζητήσει για μια κοινή ζωή, για ένα κοινό μέλλον. Περνούσαν καλά, ακριβώς επειδή δεν ήταν συνέχεια μαζί. Έτσι νόμιζε τουλάχιστον. Διασκέδαζαν με τις αντιθέσεις τους, επειδή δεν υπήρξε ποτέ ανάγκη να τις συνθέσουν. Απολάμβαναν τη σχέση τους, επειδή ο δεσμός τους δεν ήταν οριστικός ούτε απόλυτος.Υπήρχε πολύς ελεύθερος χώρος ανάμεσά τους. Δεν ήξερε καν τις φίλες της. Δεν ήξερε την οικογένειά του. Ήξερε μόνο τη μάνα του,από μια φωτογραφία στο κομοδίνο της κρεβατοκάμαράς του. Της έμοιαζε στο βλέμμα και στο χαμόγελο. Μόνο που αυτός χαμογελούσε σπάνια.

Από την κρίση των Ιμίων στη Συμφωνία της Μαδρίτης, που υπέγραψαν ο Σημίτης και ο Ντεμιρέλ

Εγγραφή στο δωρεάν newsletter του HellasJournal

* indicates required