«Τον απανταχού Ελληνισμό να μην τον αφήσουμε ποτέ ορφανό», ζητά ο σπουδαίος συνθέτης Λίνος Κόκοτος

Ο Λίνος Κόκοτος (δεξιά) με τον συνεργάτη του τραγουδιστή Τάσο Παπαϊωάννου, ένα κυριακάτικο πρωινό στη Νέα Υόρκη. Πηγή Hellas Journal.




Του ΠΑΝΙΚΟΥ ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ

Τα 75α γενέθλιά του γιόρτασε με μια αλλιώτικη συναυλία στη Νέα Υόρκη ο Λίνος Κόκοτος μαζί με τον φίλο και συνεργάτη του από τα παλιά Τάσο Παπαϊωάννου, ενώνοντας γενιές και διαφορετικές εποχές.

Ο σπουδαίος συνθέτης, με την ποικιλομορφία και την ποιότητα των δημιουργιών του, είναι από τους κύριους εκφραστές του έντεχνου τραγουδιού, μεταφέροντας συνάμα ήχους και χρώματα του Νέου Κύματος και της μεταπολιτευτικής περιόδου.

  • Μελοποίησε έργα μεγάλων στιχουργών και ποιητών, όπως του νομπελίστα Οδυσσέα Ελύτη, ενώ διαμόρφωσε ερμηνευτικά μοντέλα μέσα από μελωδίες μοναδικών ταξιδιών στην ανυπόταχτη ομορφιά του ελληνικού τοπίου. Με ανανεωμένες μουσικές αναζητήσεις συνεχίζει μέχρι σήμερα να αποτελεί έναν από τους βασικούς πυλώνες του σύγχρονου ελληνικού πολιτισμού.

Με την ευκαιρία της εμφάνισής του στην ελληνοαμερικανική κοινότητα, ο Λίνος Κόκοτος μάς μίλησε για όλα εκείνα τα βιώματα, τα πρόσωπα, τις εμπνεύσεις και τα γεγονότα που είναι συνυφασμένα με τη ζωή και τα αρώματα της πορείας του στο ελληνικό πεντάγραμμο.

  • Ανάμεσα σε άλλα αναφέρθηκε στα δύσκολα και ξέγνοιαστα παιδικά του χρόνια, στο πιάνο που παραμένει ο μόνιμος σύντροφος της ψυχής του, στην ενθάρρυνση που του πρόσφερε ο Μίκης Θεοδωράκης όταν τον συνάντησε σε ηλικία 15 ετών, στο ξεκίνημα με τις μπουάτ της Πλάκας και το «Μικρό Παιδί», καθώς και στη σχέση του με την Κύπρο, εκφράζοντας αγάπη και εκτίμηση για τον Μιχάλη Βιολάρη και ιδιαίτερο σεβασμό στη μνήμη του Μάριου Τόκα.

Ο Λίνος Κόκοτος γεννήθηκε τον Φεβρουάριο του 1945 στο Αγρίνιο, λίγους μήνες μετά το τέλος της γερμανικής κατοχής στην Ελλάδα. Σε ηλικία πέντε ετών εγκαταστάθηκε με τους γονείς του στο Αιγάλεω, στη γειτονιά του Γιώργου Ζαμπέτα, σε έναν τόπο με αλάνες και ανθρώπους του μεροκάματου, όπου απέκτησε και έναν αδελφό (έξι χρόνια μικρότερό του).

  • Η πρώτη του γοητεία στον χώρο της τέχνης εκδηλώθηκε στη ζωγραφική με μολύβι, αποτυπώνοντας ένα ανήσυχο πνεύμα και μια διαρκή τάση προς την αισθητική. «Ακόμα κι όταν έγραφα, προσπαθούσα τα γράμματα να είναι καλλίγραμμα», επεσήμανε ενδεικτικά, σημειώνοντας ότι «ο πατέρας μου είχε τελειώσει το σχολαρχείο και ήταν ένας απλός, χαρισματικός μικροπωλητής. Αν και δεν είχαμε καμία οικογενειακή παράδοση στη μουσική, από νωρίς όμως αντιλήφθηκε τα ενδιαφέροντά μου και με βοήθησε πάρα πολύ. Συχνά, με πήγαινε σε μουσικές και θεατρικές παραστάσεις, σε εκθέσεις ζωγραφικής. Επέλεγε να πάμε κάπου που δεν θα λειτουργούσε απωθητικά για ένα παιδί».

Ανασύροντας από τη μνήμη στιγμές που σημάδεψαν το ύφος και την ιδιαιτερότητα της μουσικής του, θυμάται ακόμα και λεπτομέρειες που είχαν τη δική τους βαρύτητα στη διαμόρφωση του χαρακτήρα του και των πνευματικών σκέψεών του. Δυο γειτονόπουλα της ηλικίας του έπαιζαν ακορντεόν και μαγεμένος από τη μελωδία του επεδίωκε να συχνάζει στο σπίτι τους. Στη γειτονιά του γνώρισε επίσης και ένα φοιτητή που έπαιζε πιάνο και σπούδαζε στο Ωδείο Αθηνών.

  • Ο πατέρας του, διαπιστώνοντας πλέον την έλξη του προς τη μουσική, του αγόρασε ένα μεταχειρισμένο ακορντεόν από έναν πελάτη του, το 1958. Είχαν κατέβει στο κέντρο της Αθήνας και του έδωσε τρεις χιλιάδες δραχμές για να τις δώσει ο ίδιος, μάλλον για να εκτιμήσει την αξία του. Ο γιος του ανθρώπου που του το πούλησε τού δίδαξε στη συνέχεια ακορντεόν. Το πρώτο μάθημα ήταν τα «Κύματα του Δούναβη» και ο μικρός Λίνος άρχισε να χάνεται και να πειραματίζεται σε μουσικά μονοπάτια.

Δυο χρόνια μετά, ο πατέρας του τού αγόρασε πιάνο μέσω μιας γνωστής του καθηγήτριας πιάνου και η οποία του δίδαξε πώς να χρησιμοποιεί τα πλήκτρα και να διαβάζει νότες, ξεκινώντας έτσι το μεγάλο ταξίδι που έμελλε να σφραγίσει ένα από τα πιο αξιόλογα κεφάλαια της ελληνικής μουσικής.

«Δεν θα ξεχάσω τη μέρα που με ένα τρίκυκλο μάς μετέφεραν το πιάνο στο σπίτι μας στο Αιγάλεω. Η χαρά μου ήταν απερίγραπτη. Σ’ αυτό το πιάνο ξεκίνησα να βγάζω συναισθήματα ακαθόριστης μελωδικής γραμμής. Σ’ αυτό το πιάνο συνέθεσα όλα μου τα τραγούδια και με αυτό εξακολουθώ να παίζω και να δημιουργώ» μας είπε ο Λίνος Κόκοτος, περιγράφοντας τους κυριότερους σταθμούς της διαδρομής του.

Με Θεοδωράκη και Μαρκόπουλο

«Η πρώτη μου απόπειρα να συνθέσω ήταν δυο ποιήματα του Γεώργιου Δροσίνη («Τρεχούμενο νερό» και «Άσπρα σπιτάκια») από το αναγνωστικό του Γυμνασίου. Τα άκουσε ο καθηγητής μου στη μουσική Γιώργος Χάγιος και δεν ξέρω τι είδε, αλλά εντυπωσιάστηκε και έκανε ολόκληρη ανάλυση. Αυτά τα δυο τραγούδια στάθηκαν αφορμή για να με ενθαρρύνει ο Μίκης Θεοδωράκης, ο οποίος συμπτωματικά είχε έρθει πρόσωπο με πρόσωπο με τον αδελφό του πατέρα μου. Ο θείος μου δεν έχασε την ευκαιρία και του ανέφερε ότι ο δεκαπεντάχρονος ανιψιός του έχει ταλέντο. «Ας έρθει να μου φέρει κάποιο γραπτό του», του είπε ο Μίκης.

Ο συνθέτης Λίνος Κόκοτος μπροστά στην εκκλησία και το ελληνικό σχολείο της Αγίας Αικατερίνης στην Αστόρια της Νέας Υόρκης. Πηγή: Hellas Journal.

«Πήγα λοιπόν στη διεύθυνση που του έδωσε: Κωνσταντινουπόλεως 39, Νέα Σμύρνη. Ο Μίκης ήταν πια παγκοσμίου φήμης και είχα μεγάλη αγωνία για το πώς θα με αντιμετώπιζε. Είχα γραμμένες τις νότες των δυο τραγουδιών και όταν του τις έδωσα, άρχισε να τραγουδά. Εγώ δεν γνώριζα ακόμα από αρμονία και απόρησα πώς τα ήξερε. «Διακρίνω συνθετικό ταλέντο», μου είπε ο Μίκης και μετά με ρώτησε τι κάνω από μουσική. Του ανέφερα ότι κάνω μαθήματα πιάνου και τότε με ρωτά: “Θεωρητικά κάνεις;” Όταν του απάντησα αρνητικά, μου πρότεινε να φοιτήσω στο Ωδείο Αθηνών. Ακολούθησα τη συμβουλή του. Επειδή όμως ήταν προς το τέλος της διδακτικής χρονιάς, μου είχαν πει στο Ωδείο ότι για να μη χάσω τη χρονιά, θα με στείλουν σε έναν νέο συνθέτη, τον Γιάννη Μαρκόπουλο. Πήγα στο σπίτι του στο Κουκάκι και μου έκανε μαθήματα σολφέζ. Από τότε διατηρήσαμε φιλική σχέση. Τον Σεπτέμβριο, συνέχισα κανονικά στο Ωδείο, κάνοντας θεωρητικά μαθήματα με τον γνωστό μουσουργό και διευθυντή του Ωδείου Μενέλαο Παλλάντιο».

Μετά τα δυο ποιήματα του Δροσίνη, ακολούθησαν οι στίχοι του Αργύρη Βεργόπουλου, ο οποίος κατατάσσεται πλέον στους σημαντικότερους στιχουργούς. «Ο πατέρας του έδωσε στον πατέρα μου στίχους για να τους μελοποιήσω», επεσήμανε χαρακτηριστικά, «και ένα πρωινό που ξύπνησα, μέσα σε ένα περίπου λεπτό, έγραψα το “Μικρό παιδί”, το οποίο ερμήνευσε ο Γιώργος Ζωγράφος. Τότε, ο Αργύρης ήταν φοιτητής και εγώ μαθητής Γυμνασίου και έτσι ξεκίνησε η συνεργασία μας. Έγιναν όλα χωρίς προδιαγραφή».

Στα μέσα της δεκαετίας του ’60 μπήκαν στη ζωή του Λίνου Κόκοτου οι περίφημες μπουάτ της Πλάκας, όπου ήταν ένας χώρος αναγέννησης, τέχνης, μουσικής και θεάτρου. Από εκεί ξεπήδησαν τα τραγούδια του Νέου Κύματος. Όταν ο Γιώργος Ζωγράφος άκουσε το «Μικρό παιδί», τον οδήγησε στη δισκογραφική εταιρεία «Λύρα» και ακολούθως στα στούντιο της Κολούμπια.

Το ένα έφερε το άλλο και τα τραγούδια του άρχισαν να συνυπάρχουν στην καθημερινότητα των απανταχού Ελλήνων, στα δύσκολα και τα εύκολα, στους έρωτες, τις αγάπες, τις μοναξιές και τις νοσταλγίες τους. Είχαν κάτι ελληνικό, ταξιδιάρικο, δροσερό, ονειρικό, ελεύθερο, μια αυθεντική ευδιαθεσία και μια ανάταση στο φως. Συνεργάστηκε με αξεπέραστες μορφές του ελληνικού λόγου και του τραγουδιού.

Το «Θαλασσινό τριφύλλι» του Ελύτη

Μετά την κυκλοφορία και τις επιτυχίες των άλμπουμ «Οι ώρες» (1969) και «Ο κήπος» (1971), ο Αλέκος Πατσιφάς της δισκογραφικής εταιρείας «Λύρα» του έδωσε δυο ποιήματα να μελοποιήσει χωρίς να του αναφέρει ποιος είναι ο ποιητής. Το ένα ήταν «Τα τζιτζίκια» που ερμήνευσε ο Μιχάλης Βιολάρης και το άλλο το «Ερημονήσι» που ερμήνευσε η Ρένα Κουμιώτη.

  • «Εκ των υστέρων, κατάλαβα ότι αρχικά δεν μου είχε πει ότι τα ποιήματα ήταν του Οδυσσέα Ελύτη για να μην αγχωθώ, ήμουν μόνο 25 ετών» ανέφερε ο Λίνος Κόκοτος, σημειώνοντας ότι «όταν τα έπαιξα στο πιάνο στη “Λύρα” για να τα ακούσουν, στο δεύτερο ρεφρέν νιώθω ένα χέρι να ακουμπάει στον ώμο μου και να ακούω κάποιον να λέει με ικανοποίηση: “Σταμάτα παιδί μου, έβγαλες αυτό που ήθελα. Ολόκληρη τη ζωγραφιά. Έβγαλες ένα Αιγαίο και μία Ελλάδα, όπως τα φανταζόμουν!” Ήταν ο Ελύτης. Ένιωσα υπέροχα.

Μέχρι να ολοκληρωθεί το άλμπουμ, τον επισκεπτόμουν συχνά στο σπίτι του. Ήταν άνθρωπος της σκέψης, δεν έχανε το χρόνο του, επέλεγε τη δημιουργική απομόνωση. Δεν θα ξεχάσω τη φράση που μου είπε: “Νεαρέ, αυτή την περίοδο είμαστε συνεργάτες” για να με κάνει να νιώθω άνετα. Όταν ηχογραφούσαμε το “Θαλασσινό τριφύλλι” (1972) ερχόντουσαν στο στούντιο ο Γκάτσος, ο Χατζιδάκις, ο Λευτέρης Παπαδόπουλος και άλλοι. Ήταν άλλες εποχές. Αυτές οι στιγμές ήταν μοναδικές, με μοναδικούς ανθρώπους των γραμμάτων και της μουσικής. Ήταν μια περίοδος πάνω στην οποία ο Ελληνισμός ακόμα στέκει για να κρατάει ζωντανές τις αξίες του και τα ιδανικά του».

Εκτίμηση για Βιολάρη και Τόκα

Ο Λίνος Κόκοτος αναφέρθηκε με αγάπη και εκτίμηση για τον παλιό συνεργάτη του από την Κύπρο, ο οποίος ερμήνευσε μεγάλες επιτυχίες του, όπως: «Τούτο το πρωί τούτο το φιλί», «Τα τζιτζίκια», «Το δελφινοκόριτσο» και πολλές άλλες. «Ο Μιχάλης Βιολάρης ήταν τότε ένα προσκύνημα» τόνισε ο κ. Κόκοτος. Με την Κύπρο διατηρεί μέχρι σήμερα πολύ στενές σχέσεις, θεωρώντας ότι «το επίπεδο στο νησί είναι πολύ ανεβασμένο» και όποτε του δοθεί η ευκαιρία και η δυνατότητα μιλά στη νεολαία, τόσο για το έργο του, όσο και ευρύτερα για τον πλούτο της ελληνικής μουσικής, διαπιστώνοντας ότι «στα σχολεία υπάρχει δίψα για πολιτισμό. Αν χαθεί η πολιτιστική κουλτούρα ενός λαού, χάνεται και ο ίδιος ο λαός. Τον απανταχού Ελληνισμό να μην τον αφήσουμε ποτέ ορφανό».

Ο Λίνος Κόκοτος μάς μίλησε και για έναν άλλο Κύπριο, τον συνάδελφό του Μάριο Τόκα, τον οποίο γνώριζε πολύ καλά και τον θυμάται με αγάπη και σεβασμό, τονίζοντας ότι ήταν «ένας από τους πιο πηγαίους, ευαίσθητους και ποιοτικότερους δημιουργούς, γεμάτος ανθρωπιά και καλοσύνη».

  • Απευθυνόμενος στο αναγνωστικό κοινό, ο κ. Κόκοτος ανέφερε: «Έχω το νησί σας μέσα στην καρδιά μου και το επισκέπτομαι συχνά. Οι εποχές αλλάζουν. Σήμερα, πληρώνουμε αντί να μας πληρώνουν όταν ηχογραφούμε μια νέα μας δουλειά. Δεν είναι λοιπόν εύκολη υπόθεση η παραγωγή. Χρειάζεται αγώνας και επιμονή σ’ αυτό που αγαπάμε. Αλλά, εξακολουθώ να είμαι εδώ. Κι όσο μπορώ, θα γράφω μουσική. Η μεγαλύτερη ικανοποίηση για μένα είναι όταν βλέπω παιδιά και νέους στην Ελλάδα, την Κύπρο και την Ομογένεια να ερμηνεύουν τα τραγούδια μου, αποδεικνύοντας τη σημασία της διαχρονικότητας του έργου. Ό,τι αντέχει στο χρόνο δεν χάνεται».

«Τα αντιπολεμικά» με Ξυλούρη

Ο Λίνος Κόκοτος κάποιες φορές έγραφε μουσική και μετά έβρισκε τον στίχο και κάποιες άλλες έβαζε μουσική πάνω σε στίχο. Εκτός από τραγούδια, έχει να επιδείξει πλούσιο μουσικό έργο στο θέατρο, τον κινηματογράφο και σε ντοκιμαντέρ. Ο Κώστας Μυλωνάς, συγγραφέας της Ιστορίας του Ελληνικού Τραγουδιού, είχε γράψει ότι «συνθέτει πηγαία και όχι βάσει συνταγής, βγάζει μια ελληνικότητα, όχι φτιαχτή, όχι βάσει στρατηγικής, αλλά γονιδιακή. Βγάζει αυθόρμητα τον ήχο της παράδοσης».

Στο ερώτημά μας αν ο ίδιος έγραψε στίχους που τα έκανε τραγούδια, ανέφερε ότι στο 45άρι (1966) που περιλάμβανε το «Μικρό παιδί σαν ήμουνα» είχε γράψει τους στίχους του τραγουδιού «Ένα απόβραδο». Παρόλο που άρεσε, μετά κατάλαβε ότι «ήταν ρηχό», όπως υποστήριξε, και δεν επιχείρησε ξανά να γράψει στίχους.

  • Το 1978 είχε κυκλοφορήσει ο δίσκος του σε ποίηση του Δημήτρη Χριστοδούλου, έχοντας τον τίτλο «Τα αντιπολεμικά» και με ερμηνευτή τον αξέχαστο Νίκο Ξυλούρη. «Είχα επηρεαστεί τότε από τις κινητοποιήσεις εναντίον των πυρηνικών και ο κόσμος αγάπησε πολύ αυτά τα τραγούδια», όπως τόνισε, προσθέτοντας ότι «χαίρομαι που σήμερα βλέπω νέα παιδιά, νέα συγκροτήματα, να τα παίζουν και να τα ερμηνεύουν με τον δικό τους τρόπο. Δεν υπάρχει πιο όμορφο πράγμα».

Στις δισκογραφικές δουλειές του συμπεριλαμβάνονται επίσης: «Ο κήπος» (1971), «Αποχαιρετισμός» (1975), «Να ‘ταν η ζωή τραγούδι» (1983), «Το ποτάμι» (1986), «Ζωγραφιές και χρώματα» (1992), «Τα όνειρά μας άσπρα» (2000) και «Βορεινό παράθυρο» (2015). Η τελευταία δισκογραφική δουλειά (CD) του είναι ο «Ανεμογιαλός» (2018).

Η συναυλία στη Νέα Υόρκη

Ο Λίνος Κόκοτος βρέθηκε στη Νέα Υόρκη τον περασμένο μήνα για δεύτερη φορά, η πρώτη ήταν το 2013. Και οι δυο επισκέψεις του οφείλονταν στον παλιό του συνεργάτη (κιθαρίστα και ερμηνευτή) Τάσο Παπαϊωάννου, με τον οποίο παλαιότερα πραγματοποίησαν συναυλίες στην Ελλάδα και σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες

. Από το 2001 ζει μόνιμα στη Νέα Υόρκη. Κατά την πρώτη συναυλία το 2013 είχε ερμηνεύσει ένα από τα τελευταία γνωστά τραγούδια του Κόκοτου με τίτλο «Μελίνα» για πρώτη φορά και στη συνέχεια σε εκδηλώσεις της Ομογένειας για την επέτειο εξέγερσης του Πολυτεχνείου. Μιλώντας για την πρόσφατη συναυλία που έγινε στο «Κεφαλλονίτικο Σπίτι» στην Αστόρια, με πρωτοβουλία του Συλλόγου Αθηναίων, ο κ. Παπαϊωάννου μας είπε ότι δημιούργησε μια νέα ορχήστρα από παιδιά και νέους που έχουν γεννηθεί στην Αμερική, παρουσιάζοντας ένα αντιπροσωπευτικό δείγμα της πολύχρονης συνθετικής δημιουργικότητας του Λίνου Κόκοτου.

«Αρκετά απ’ αυτά τα παιδιά μπορεί να μη μιλούν καλά Ελληνικά, αλλά έπαιξαν και ερμήνευσαν τέλεια τα τραγούδια του Λίνου», επεσήμανα χαρακτηριστικά. Βασικοί ερμηνευτές ήταν επίσης η Έλενα Τουμαρά, ο Ηλίας Μακρινός και η Αγγελική Ψώνη, σε μουσική επιμέλεια της Αρετής Γιοβάνου.

Ο Τάσος Παπαϊωάννου γεννήθηκε και μεγάλωσε στη Θήβα και ήταν από τους «πρωταγωνιστές» της εποχής των μπουάτ στην Πλάκα. Συνεργάστηκε με πολλούς γνωστούς καλλιτέχνες και συμμετείχε σε μουσικά σχήματα νυχτερινών μαγαζιών της Αθήνας, ενώ είχε φτιάξει και τη δική του μπουάτ στη Θήβα. Στην τελευταία συναυλία της Νέας Υόρκης, αλλά και σε μια έκτακτη εμφάνιση στο Κέντρο Ελληνικού Πολιτισμού (ΚΕΠ), ο Τάσος Παπαϊωάννου ερμήνευσε για πρώτη φορά δυο καινούργια τραγούδια του φίλου του συνθέτη: «Οδοφράγματα» και «Άστρο φωτεινό του κόσμου», σηματοδοτώντας το άνοιγμα ενός νέου κεφαλαίου στην 55χρονη διαδρομή του Λίνου Κόκοτου στην ελληνική μουσική.

  • Τα σχόλια που δημοσιεύονται στην ιστοσελίδα μας εκφράζουν απαραίτητα τους συγγραφείς. Η ιστοσελίδα μας δεν λογοκρίνει τις γνώμες κανενός.

Η Γη κουράστηκε, αναζητούσε ηρεμία και ισορροπία: Ο κορωνοϊός ίσως να είναι μια ευκαιρία για επανεκκίνηση

Εγγραφή στο δωρεάν newsletter του HellasJournal

* indicates required

Latest of HellasJournal