Οι ευρωεκλογές και οι δημοτικές – περιφερειακές εκλογές που θα διεξαχθούν στις 26 Μαΐου καθώς και οι εθνικές που θα γίνουν το αργότερο τον προσεχή Οκτώβριο έχουν κινητοποιήσει όλους τους «πολιτικούς θιάσους».
Οι «ηθοποιοί», ύστερα από εντατικές πρόβες, έχουν φορέσει τα κοστούμια τους και υπό την αυστηρή καθοδήγηση έμπειρων σκηνοθετών, συχνά αλλοδαπών, υπόσχονται μοναδικές παραστάσεις που έχουν κρυφό στόχο να χειραγωγήσουν – εξαπατήσουν – τους πολίτες.
Ο πρώτος μεγάλος «θίασος» δίνει ήδη παραστάσεις με το έργο: «Προοδευτικό – δημοκρατικό μέτωπο εναντίον νεοφιλελεύθερης ακροδεξιάς». Σύμφωνα με το επιμελημένο σενάριο «προοδευτικοί» είναι:
Όλοι αυτοί οι «προοδευτικοί» κτίζουν «Γέφυρες» μεταξύ τους για τη δημιουργία ενός μετώπου ενάντια στο νεοεμφανιζόμενο κίνδυνο του φασισμού, της ακροδεξιάς και του ρατσισμού. Ενδιαφέρονται να υπερασπιστούν τον υπό διαμόρφωση ευρωπαϊκό α-εθνικό χυλό, δηλαδή, τις πολυπολιτισμικές κοινωνίες ενάντια στις εθνικές ταυτότητες. Αναθεωρούν την Ιστορία για να μας κάνουν να αποδεχτούμε «Το συνωστισμό στη Σμύρνη» και ότι οι Σλάβοι είναι Μακεδόνες. Τους Έλληνες που αντιστέκονται τους αποκαλούν φοβικούς, εθνικιστές, μισαλλόδοξους, πατριδοκάπηλους και ετερόκλητο όχλο.
Ο δεύτερος μεγάλος «θίασος» δίνει παραστάσεις με το έργο: «Νεοφιλελεύθεροι ευρωπαϊστές εναντίον λαϊκιστών». Σύμφωνα με το, επίσης επιμελημένο, σενάριο «νεοφιλελεύθεροι ευρωπαϊστές» είναι:
Ο ίδιος «θίασος» στη «μικρή σκηνή» του παίζει ένα παραπλήσιο έργο διανθισμένο με μονόλογους για κεντροαριστερά, σοσιαλδημοκρατία και προοδευτικό κέντρο, που δήθεν διαφοροποιούνται από τα δύο άκρα, δηλαδή, το νεοφιλελευθερισμό και το λαϊκισμό.
Κανένας απ’ αυτούς τους «θιάσους», που απαρτίζονται από μίμους, γελωτοποιούς και κλόουν, δεν προσφέρει στους θεατές μια εναλλακτική προοπτική. Κανένας δε δίνει όραμα ελευθερίας, εθνικής ανεξαρτησίας και αξιοπρέπειας. Όλοι ομνύουν ότι θα παραμείνουν πιστοί και υπάκουοι υπηρέτες των κανόνων που έχει θεσπίσει η Ε.Ε. και η Ευρωζώνη ανεξαρτήτως των συνεπειών για την επιβίωση του Ελληνισμού. Όλοι αυτοί αποδέχονται την, μέσω του χρέους, ευρω-κατοχή ως κανονικότητα (αυτή είναι η ζωή μας λένε!), τη γερμανική ηγεμονία ως αναγκαιότητα και την τουρκική επικυριαρχία, στη Θράκη, στο Αιγαίο, την Ανατολική Μεσόγειο και την Κύπρο, ως την αναπόφευκτη μοίρα του μικρού και αδύναμου.
Όχι, δεν έχουν καμιά σχέση με τα «θεατρικά μπουλούκια» παλαιότερων εποχών που έδιναν παραστάσεις στα χωριά, πρόκειται για πολιτικά μπουλούκια που «οργώνουν» την Ελλάδα για να επιβιώσει η ξενοκρατία και οι ίδιοι ως υπηρέτες της. Είναι οι προσκυνημένοι που έλεγε ο Κολοκοτρώνης.
Οι εκπρόσωποι της παγκοσμιοποίησης χρησιμοποιούν λέξεις, στις οποίες δίνουν συγκεκριμένο νοηματικό περιεχόμενο, ως ιδεολογικά οχήματα εξαπάτησης των πολιτών. Ο λαϊκισμός είναι η συνήθης κατηγορία για τους αντιπάλους του συστήματος. Δίνουν στον όρο την έννοια της δημαγωγίας ή της κολακείας.
Οι λαϊκιστές κατηγορούνται ότι υπόσχονται πράγματα που ικανοποιούν τα αισθήματα και το ψυχισμό του λαού, ενώ μακροπρόθεσμα θα τον βλάψουν, γιατί δεν μπορούν να πραγματοποιηθούν. Το σωστό είναι ότι δε συμφέρει το «σύστημα» να πραγματοποιηθούν.
Μετά το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου λαϊκιστές χαρακτηρίστηκαν ηγέτες κυρίως κρατών του Τρίτου Κόσμου που προσπάθησαν να εθνικοποιήσουν τις πλουτοπαραγωγικές πηγές των χωρών τους και να αποδεσμευτούν από τα δεσμά της νεο-ιμπεριαλιστικής εξάρτησης. Σήμερα λαϊκιστές αποκαλούνται όσοι αμφισβητούν το ευρωπαϊκό υποσύνολο της παγκοσμιοποίησης, δηλαδή, την Ευρωπαϊκή Ένωση – Ευρωζώνη, όπως τα δύο κυβερνητικά κόμματα της Ιταλίας, ο πρωθυπουργός της Ουγγαρίας Βίκτωρ Όρμπαν και πολλοί άλλοι πολιτικοί και κόμματα, σ’ όλες σχεδόν τις χώρες.
Λαϊκιστές χαρακτηρίζονται ακόμη ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ και ο πρόεδρος της Ρωσίας Βλαντιμίρ Πούτιν, αντίπαλοι επίσης της παγκοσμιοποίησης. Τον ίδιο όρο χρησιμοποιεί η μνημονιακή αντιπολίτευση (ΝΔ-ΚΙΝΑΛ) για να χαρακτηρίσει τον ΣΥΡΙΖΑ. Πρόκειται για πολιτική συκοφαντία, γιατί όλοι τους ανήκουν στο ίδιο μπλοκ δυνάμεων.
Εκτός από το λαϊκισμό, το σύστημα προσπαθεί να αποπροσανατολίσει τους πολίτες επικαλούμενο τον κίνδυνο της φασιστικής ακροδεξιάς. Προσπαθούν να αναβιώσουν τα φαντάσματα μιας άλλης εποχής για να τρομοκρατήσουν το λαό.
Αντίθετα είναι παρών ο κίνδυνος του «νέου φασισμού» της παγκοσμιοποίησης που υποτάσσει, συρρικνώνει ή διαλύει τα εθνικά κράτη, υποβαθμίζει το βιοτικό επίπεδο με πολιτικές συνεχούς λιτότητας και αλλάζει τη δημογραφική σύνθεση του πληθυσμού ευνοώντας τις μεταναστευτικές ροές και τον εποικισμό. Ο «νέος φασισμός» δεν επιτίθεται με πάντσερ και στούκας αλλά με οικονομικά υπερόπλα – με το ευρώ και το χρέος. Πρόκειται για το φασισμό της αφανούς παγκόσμιας διακυβέρνησης του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου και των πολυεθνικών επιχειρήσεων.
Το «σύστημα» αντιδρά με τη μεγαλύτερη δυνατή σφοδρότητα εναντίον των δυνάμεων που το αμφισβητούν και τις χαρακτηρίζει λαϊκιστικές, φασιστικές και ρατσιστικές, που επιδιώκουν δήθεν την εθνική περιχαράκωση και τη δημιουργία «περίκλειστων φρουρίων». Είναι φανερό ότι η κύρια αντίθεση στην εποχή μας είναι μεταξύ, από τη μια, των δυνάμεων που υπερασπίζονται τα εθνικά κράτη και τα λαϊκά συμφέροντα και, από την άλλη, των δυνάμεων της παγκοσμιοποίησης.
Υπάρχουν και πολλοί «άστεγοι ηθοποιοί» που θέλουν να συγκροτήσουν έναν αξιόπιστο εναλλακτικό «θίασο» αλλά, τα τελευταία εννέα χρόνια, δε το έχουν καταφέρει. Τσακώνονται ποιοι θα είναι οι πρωταγωνιστές, δεν έχουν και λεφτά για να πάρουν ένα θέατρο της προκοπής, αλλά το κυριότερο δεν μπορούν να αποφασίσουν ποιος θα γράψει το ανατρεπτικό σενάριο που θα προσελκύσει τους θεατές – τον ελληνικό λαό. Η φτώχια, υλική και κυρίως πνευματική, φέρνει γκρίνια και διχόνοια.
Παρά τις καλές προθέσεις τους οι εναλλακτικοί «ηθοποιοί» δε κατανοούν το ευρύτερο πλαίσιο, δηλαδή, την παγκοσμιοποίηση, εντός του οποίου εκτυλίσσεται η ελληνική τραγωδία. Δε γίνεται κατανοητός ο ρόλος του ξένου νομίσματος – του ευρώ – και του συναλλαγματικού χρέους που αυτό δημιούργησε. Δε γίνεται κατανοητή η φύση της αφανούς ξένης κατοχής. Δε γίνεται κατανοητό ότι απαιτείται ένα συνολικό σχέδιο σωτηρίας και όχι αποσπασματική αντιμετώπιση των επί μέρους θεμάτων όπως του οικονομικού, του κοινωνικού, των εθνικών απειλών, της δημογραφικής συρρίκνωσης και αλλοίωσης του πληθυσμού.
Στις Βρυξέλλες, το Βερολίνο, το Παρίσι, στα επιτελικά κέντρα των μεγάλων τραπεζών και των πολυεθνικών επιχειρήσεων τρέμουν τα αποτελέσματα των Ευρωεκλογών και φοβούνται ότι μπορεί να καταρρεύσει το σαθρό οικοδόμημα τους. Γι’ αυτό δε θα τους κάνουμε τη χάρη, δεν κάνουμε αποχή, δεν ψηφίζουμε λευκό ή άκυρο αλλά εκείνο το αντισυστημικό – πατριωτικό κόμμα (δυστυχώς υπάρχουν αρκετά) που κατά την άποψη του καθενός είναι το πιο αξιόπιστο, κι ας είναι μικρό.
Μόνο μια τέτοια ψήφος μετράει στον πόλεμο που μαίνεται. Μέχρι να συμφωνηθεί το εναλλακτικό σενάριο και να βρεθούν οι κατάλληλοι «ηθοποιοί» για να ανέβει το έργο που θα λυτρώσει τους θεατές – πολίτες, που θα λυτρώσει το έθνος.
*Ο δημοσιογράφος Νίκος Ιγγλέσης είναι συγγραφέας του βιβλίου «Στρατηγικές Επιλογές Επιβίωσης του Ελληνισμού» που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Στοχαστής».