Οι επόμενοι άμεσοι στόχοι του Ερντογάν: Οι προκλήσεις και τα εμπόδια στο δρόμο του




Του Γιώργου Σκαφιδά

Η αποστολή της επανεκλογής του στην εξουσία µπορεί να εξετελέσθη από τον πρώτο γύρο µέσα σε κλίµα πανηγυρικό, πλην όµως ο αγώνας συνεχίζεται για τον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν εν µέσω πλήθους προκλήσεων και εµποδίων, στον δρόµο προς το επετειακό 2023.

Ο 64χρονος ισχυρός άνδρας της Τουρκίας, πρωθυπουργός της χώρας την περίοδο 2003-2014 και πρόεδρος έκτοτε, εξασφάλισε τη νίκη µε ποσοστό 52,6%, και µαζί µια νέα πενταετή θητεία στην εξουσία. Στόχος του; Να γιορτάσει τον Οκτώβριο του 2023 από τη θέση του προέδρου τη συµπλήρωση 100 ετών από την ίδρυση της Τουρκικής ∆ηµοκρατίας. Το 2023 ξεχωρίζει, άλλωστε, ως χρονιά-σταθµός στα τουρκικά χρονικά αλλά και ως χρονιά νέων διπλών εκλογών στη γείτονα (βουλευτικών και προεδρικών), µε τον Ερντογάν να θέτει φυσικά εκ νέου (εάν δεν αλλάξει συνταρακτικά κάτι µέχρι τότε) ξανά υποψηφιότητα για την προεδρία.

Ο Τούρκος ηγέτης έχει κερδίσει όλες τις πολιτικές µάχες που έδωσε τα τελευταία 16 χρόνια. Από το 2002 και µετά έχει επικρατήσει σε συνολικά 13 εκλογικές αναµετρήσεις: έξι βουλευτικές, δύο προεδρικές, τρεις δηµοτικές και δύο δηµοψηφίσµατα. Υπό αυτήν την έννοια, η περίπτωσή του όντως είναι ξεχωριστή διεθνώς, όπως θέλει να υπερτονίζει άλλωστε και ο στενός του σύµβουλος (και πιθανός µελλοντικός υπουργός Εξωτερικών της Τουρκίας) Ιµπραχίµ Καλίν.

Οι πολλές νικηφόρες µάχες του παρελθόντος δεν είναι αρκετές, όµως, ώστε να λειάνουν και την πορεία προς το µέλλον, καθιστώντας την ανέφελη για τον Ερντογάν. Αν και πολιτικά κυρίαρχος, ο 64χρονος Ερντογάν βρίσκεται πλέον αντιµέτωπος µε σοβαρές προκλήσεις σε τέσσερα µέτωπα, δύο εσωτερικά και δύο εξωτερικά, στην πορεία προς τις κρίσιµες δηµοτικές εκλογές του Μαρτίου του 2019.

ΚΟΜΜΑ – ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ
Ο ίδιος ο Ερντογάν µπορεί πλέον να παίζει µόνος, χωρίς αντίπαλο, στην κεντρική πολιτική σκηνή της Τουρκίας. ∆εν ισχύει ωστόσο το ίδιο και για την παράταξη της οποίας ηγείται. Το ισλαµοσυντηρητικό Κόµµα ∆ικαιοσύνης και Ανάπτυξης (AKP) υποχωρεί, χάνοντας έδαφος απέναντι στους εθνικιστές (MHP, İYİ Parti). Στις εκλογές της περασµένης Κυριακής έλαβε πέντε εκατοµµύρια ψήφους λιγότερες από τον ίδιο τον Ερντογάν. Εάν µάλιστα δεν ήταν οι «Γκρίζοι Λύκοι» (MHP) να κατέβουν µαζί του σε κοινό εκλογικό συνασπισµό, θα είχε χάσει την πλειοψηφία στη Βουλή.

Η ισλαµοσυντηρητική παράταξη είναι προφανές ότι έχει πια απολέσει µέρος της αξίας που είχε ως «όχηµα» για τον Ερντογάν. Ο ίδιος προτίθεται πλέον, στο πλαίσιο ενός προεδρικού συστήµατος που οδεύει προς αποκοµµατικοποίηση, να κυβερνήσει αντλώντας ανθρώπινο δυναµικό από µια ευρεία γκάµα «δεξαµενών» (στρατολογώντας εθνικιστές, τεχνοκράτες, στελέχη άλλων παρατάξεων, υπερκοµµατικές προσωπικότητες κ.ά.), ως πρόεδρος πια «όλων των Τούρκων».

Εάν κινδυνεύουν κάποιοι να παραγκωνιστούν πολιτικά µέσα σε αυτήν τη διαδικασία, αυτοί είναι τα ίδια τα στελέχη του AKP. Αλλωστε, από την αρχική ιδρυτική οµάδα του Κόµµατος ∆ικαιοσύνης και Ανάπτυξης (τους Γκιουλ, Αρίντς κ.ά.) δεν έχει µείνει πλέον κανείς πέρα από τον ίδιο τον Ερντογάν. Η διατήρηση των ισορροπιών ανάµεσα στην παράταξη και την προεδρία θα είναι ένα δύσκολο στοίχηµα για τον 64χρονο ηγέτη, καθώς εκείνος θα κληθεί να τους κρατήσει όλους ικανοποιηµένους: και το ίδιο του το κόµµα, το AKP, στον δρόµο προς τις δηµοτικές εκλογές του ερχόµενου Μαρτίου, και το Κόµµα Εθνικιστικής ∆ράσης (MHP) του Ντεβλέτ Μπαχτσελί, χάρη στο οποίο κατάφερε να εξασφαλίσει την πλειοψηφία στη Βουλή, αλλά και τις αγορές που περιµένουν να δουν αξιόπιστους τεχνοκράτες να τοποθετούνται σε νευραλγικά πόστα.

ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ
Ο πληθωρισµός στα ύψη (12,2%). Η οικονοµική εµπιστοσύνη, από την άλλη, σε χαµηλό 18µήνου. Κόστη και υλικά να ακριβαίνουν, καθιστώντας ασύµφορη την οικοδοµική δραστηριότητα. Η τιµή για ένα κιλό κρεµµύδια αυξήθηκε κατά 212% τον Ιούνιο, και για ένα κιλό πατάτες κατά 94%, µε τις ντοµάτες επίσης να χρεώνονται πια ωσάν «χρυσές» και την κυβέρνηση να φέρνει φορτία µε εισαγόµενες πατάτες από τη Συρία… µπας και καταφέρει να ρίξει τις τιµές.

Η ανεργία κοντά στο 10% και η ανεργία µεταξύ των νέων κοντά στο 18%. Η λίρα να παραµένει χαµηλά, έχοντας απολέσει περίπου το 25% της αξίας της έναντι του δολαρίου από την αρχή της χρονιάς. Κακά τα µαντάτα για µια χώρα της οποίας ο ιδιωτικός τοµέας τυγχάνει εκτεθειµένος σε δανεισµό συνολικού ύψους 340 µε 400 δισ. δολ., µε σχεδόν το σύνολο µάλιστα των εν λόγω δανείων να είναι σε ξένο νόµισµα (δολάρια ή ευρώ). Κακά τα µαντάτα όµως και για άλλον έναν λόγο: επειδή η Τουρκία αναγκάζεται σε εισάγει ενέργεια, σε µια περίοδο κατά την οποία οι τιµές του πετρελαίου ανεβαίνουν (λόγω Ιράν).

Εκείνο που πέφτει, αντιθέτως, στην Τουρκία είναι οι άµεσες ξένες επενδύσεις. Το πρώτο τετράµηνο του 2018 µειώθηκαν κατά 22%, σε σύγκριση µε την αντίστοιχη περίοδο του 2017. Και όλα αυτά µόλις λίγους µήνες πριν από τις κρίσιµες δηµοτικές εκλογές του ερχόµενου Μαρτίου, µε ορατό τον κίνδυνο η ήδη υπερθερµασµένη τουρκική οικονοµία να υπερθερµανθεί ακόµη περισσότερο, σε σηµείο τήξης, στο πλαίσιο ενός νέου γύρου προεκλογικής παροχολογίας, ακατάσχετου δανεισµού, χαµηλών επιτοκίων και φαραωνικών πρότζεκτ (µε… φαραωνικότερο το επερχόµενο, µήκους 45 χιλιοµέτρων, κανάλι των δεκάδων δισ. δολαρίων, που στόχος είναι να έχει συνδέσει έως το 2023 τη Μαύρη Θάλασσα µε τη Θάλασσα του Μαρµαρά «διασχίζοντας» την Κωνσταντινούπολη).

ΣΧΕΣΕΙΣ ΜΕ ΗΠΑ
Σε µια λεπτή κόκκινη γραµµή, µεταξύ φθοράς και αφθαρσίας, ακροβατούν οι ήδη βεβαρηµένες σχέσεις ΗΠΑ – Τουρκίας. Ο Ερντογάν εµφανίζεται πλέον να τα θέλει όλα, εκβιάζοντας µάλιστα για να τα αποκτήσει: και τους ρωσικούς S-400, και τα αµερικανικά F-35, και την έκδοση του Γκιουλέν στην Τουρκία, και τη διάρρηξη της συµµαχίας των ΗΠΑ µε τους Κούρδους στη Βόρεια Συρία.

Η Ουάσιγκτον, ωστόσο, εµφανίζεται «να µιλάει ευγενικά… να διαπραγµατεύεται ήσυχα… και να κρατάει ένα µεγάλο ραβδί», όπως έλεγε ο Ρούζβελτ. ∆είχνει να αποδέχεται το τουρκικό αίτηµα περί αποµάκρυνσης των Κούρδων δυτικά του ποταµού Ευφράτη στη Συρία, χωρίς όµως να δίνει κάποιο σαφές χρονοδιάγραμµα για την αποµάκρυνση των αµερικανικών στρατευµάτων από τη Μανµπίτζ. Εµφανίζεται να παραδίδει στους Τούρκους ένα πρώτo F-35 (από τα συνολικά σχεδόν 120), αλλά για χρήση/εκπαίδευση µόνο εντός των ΗΠΑ.

Την ίδια ώρα, ξεκαθαρίζει ότι πρόκειται να επιβάλει κυρώσεις κατά της ΝΑΤΟϊκής συµµάχου Τουρκίας, εάν η Αγκυρα όντως προχωρήσει στην αγορά των ρωσικών αντιπυραυλικών/αντιαεροπορικών συστηµάτων S-400.

Ο Αµερικανός υφυπουργός Εξωτερικών, Γουές Μίτσελ, έχει καταστήσει σαφές ότι σε µια τέτοια περίπτωση «θα υπάρξουν επιπτώσεις». Το πιο εύκολο στην παρούσα φάση για την Τουρκία θα ήταν να προχωρήσει στην απελευθέρωση (ή τη χαλάρωση των συνθηκών κράτησης) του προφυλακισµένου στη Σµύρνη Αµερικανού πάστορα Αντριου Μπράνσον, πράγµα που ενδέχεται όντως να κάνει στις ı8 Ιουλίου. Το μεγαλύτερο αγκάθι, ωστόσο, ακούει στο όνομα S-400.

ΣΧΕΣΕΙΣ ΜΕ ΕΕ
Το Συµβούλιο Γενικών Υποθέσεων της ΕΕ ήταν κατηγορηµατικό την περασµένη Τρίτη από το Λουξεµβούργο. «Η Τουρκία αποµακρύνεται από την ΕΕ» απεφάνθη. Οι ενταξιακές της διαπραγµατεύσεις έχουν διακοπεί µέχρι νεωτέρας. Στον «πάγο» µπαίνει και κάθε κίνηση προς την κατεύθυνση αναβάθµισης της τελωνειακής ένωσης ΕΕ – Τουρκίας, µε το συγκεκριµένο ζήτηµα (του εκσυγχρονισµού της τελωνειακής ένωσης) να «καίει» στην πράξη τον Ερντογάν ίσως πιο πολύ από κάθε ενταξιακή προοπτική. Ευρώπη και Τουρκία έχουν εισέλθει πια σε µια φάση «παγώµατος» των µεταξύ τους εκκρεµοτήτων (βίζα, τελωνειακή ένωση κ.ά.), από την οποία µένει να φανεί εάν και πώς θα βγουν.

Η µεταξύ τους αποµάκρυνση είναι πάντως δεδοµένη και η επερχόµενη ανάληψη της κυλιόµενης εξάµηνης προεδρίας της ΕΕ από την Αυστρία, τον Ιούλιο, δεν πρόκειται να συµβάλει στην αποκατάσταση των δεσµών. Αντιθέτως, η αυστριακή κυβέρνηση των Κουρτς και Στράχε στη Βιέννη ξεχωρίζει σήµερα ως µία από τις πιο «εχθρικές» απέναντι στην Αγκυρα.

Οι Ευρωπαίοι θεωρούν ότι η µπάλα βρίσκεται πια στο γήπεδο του Ερντογάν. Τούρκοι αναλυτές (εν προκειµένω ο Σερκάν Ντεµιρτάς της «Hurriyet») αξιολογούν ως κρίσιµη για το µέλλον των ευρωτουρκικών σχέσεων τη στάση που θα κρατήσει η Αγκυρα απέναντι σε χώρες όπως είναι η Ελλάδα, η Αυστρία, η Γερµανία και η Ολλανδία.

Για τον Ερντογάν το θέµα είναι βέβαια και οικονοµικό. Η ΕΕ συνεχίζει να αποτελεί, άλλωστε, τον µε διαφορά µεγαλύτερο εµπορικό εταίρο της Τουρκίας, αλλά και τη µεγαλύτερη πηγή άµεσων ξένων επενδύσεων για τη χώρα.

ΠΗΓΗ: ΕΘΝΟΣ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ

Hellasjournal - Newsletter


%d bloggers like this: