Αποκάλυψη: Οι τουρκικές μυστικές υπηρεσίες βοήθησαν να διοχετευθούν όπλα σε ισλαμιστές αντάρτες

Ο Ταγίπ Ερντογάν κρατά …πατρικά το χέρι του προέδρου της Συρίας Ασαντ. Φωτογραφία ANADOLU AJANSI – KAHYAN OZER




Η κρατική υπηρεσία πληροφοριών της Τουρκίας βοήθησε να διανεμηθούν όπλα σε τμήματα της Συρίας που βρίσκονταν υπό τον έλεγχο ισλαμιστών ανταρτών στα τέλη του 2013 και στις αρχές του 2014, σύμφωνα με έναν εισαγγελέα και καταθέσεις που έδωσαν στο δικαστήριο αξιωματικοί της Χωροφυλακής και είδε το πρακτορείο Ρόιτερς.

Οι μαρτυρίες αντικρούουν τους ισχυρισμούς της Τουρκίας, η οποία αρνείται ότι έστειλε όπλα στους σύρους αντάρτες και, κατ΄επέκταση, συνέβαλε στην άνοδο της οργάνωσης Ισλαμικό Κράτος, που αποτελεί τώρα πηγή μεγάλης ανησυχίας για τη χώρα-μέλος του ΝΑΤΟ.

Η Συρία και ορισμένες δυτικές χώρες που είναι σύμμαχοι της Τουρκίας υποστηρίζουν πως η Τουρκία, στη σπουδή της να δει την ανατροπή του προέδρου Μπασάρ αλ Άσαντ, άφησε μαχητές και όπλα να περάσουν τα σύνορά της. Ορισμένοι από τους μαχητές αυτούς εντάχθηκαν στην οργάνωση Ισλαμικό Κράτος που έχει κηρύξει την ίδρυση ενός “χαλιφάτου” στη Συρία και στο Ιράκ.

Η Άγκυρα αρνείται ότι εξοπλίζει τους αντάρτες στη Συρία ή ότι παρέχει βοήθεια στους σκληροπυρηνικούς ισλαμιστές. Διπλωμάτες και τούρκοι αξιωματούχοι λένε πως τους τελευταίους μήνες έχει επιβάλει αυστηρότερους ελέγχους στα σύνορά της.

Οι μαρτυρίες από αξιωματικούς της Χωροφυλακής σε δικαστικά έγγραφα που είδε το Ρόιτερς αναφέρουν ότι τμήματα πυραύλων, πυρομαχικά και τμήματα βλημάτων όλμου μεταφέρθηκαν με φορτηγά που συνοδεύονταν από αξιωματούχους της κρατικής υπηρεσίας πληροφοριών MIT πριν από έναν και πλέον χρόνο προς τμήματα της Συρίας που βρίσκονταν υπό τον έλεγχο των ισλαμιστών.

Τέσσερα φορτηγά στην επαρχία των Αδάνων (νότια) ερευνήθηκαν από την αστυνομία και τη Χωροφυλακή, ένα τον Νοέμβριο του 2013 και άλλα τρία τον Ιανουάριο του 2014 με εντολή των εισαγγελέων στη βάση πληροφοριών ότι μετέφεραν όπλα, σύμφωνα με την κατάθεση ενός από τους εισαγγελείς, που και οι ίδιοι τώρα περιμένουν να δικαστούν.

Ενώ το πρώτο φορτηγό κατασχέθηκε, στα άλλα τρία επιτράπηκε να συνεχίσουν το δρομολόγιό τους όταν οι αξιωματούχοι της MIT, που συνόδευαν το φορτίο, διατύπωσαν απειλές εναντίον της αστυνομίας και προέβαλαν αντίσταση στην έρευνα, σύμφωνα με τη μαρτυρία και την έκθεση του εισαγγελέα.

Ο πρόεδρος της Τουρκίας Ταγίπ Ερντογάν δήλωσε πως τα τρία φορτηγά, που η αστυνομία σταμάτησε στις 19 Ιανουάριου, ανήκαν στη MIT και πως μετέφεραν βοήθεια.

“Η έρευνά μας δείχνει πως ορισμένοι κρατικοί αξιωματούχοι βοήθησαν αυτούς τους ανθρώπους να παραδώσουν τα φορτία”, είχε δηλώσει σε συνέντευξή του στο Ρόιτερς στις 4 Μαΐου στα Άδανα ο Οζκάν Σισμάν, ο οποίος παρήγγειλε την έρευνα του πρώτου φορτηγού στις 7 Νοεμβρίου του 2013 έπειτα από μία πληροφορία ότι μετέφερε όπλα παράνομα.

Τόσο ο Σισμάν όσο και ο Τακτσί έχουν συλληφθεί με εντολή κρατικών εισαγγελέων και αντιμετωπίζουν προσωρινές κατηγορίες για διεξαγωγή παράνομης έρευνας, ενόψει της απαγγελίας ενός πλήρους κατηγορητηρίου.

Στο αίτημα για τη σύλληψη του Σισμάν, που εξέδωσε το Ανώτατο Συμβούλιο Δικαστών και Εισαγγελέων (HSYK) και το οποίο έχει δει επίσης το Ρόιτερς, ο τελευταίος κατηγορείται για αποκάλυψη κρατικών απορρήτων και σπίλωση της κυβέρνησης επειδή την φέρει να παρέχει βοήθεια σε τρομοκρατικές οργανώσεις.

Ο Σισμάν και ο Τακτσί αρνούνται τις κατηγορίες.

“Δεν είναι δυνατό να εξηγηθεί αυτή η διαδικασία, η οποία έχει μετατραπεί σε πλήρη σφαγιασμό του νόμου”, δήλωσε στο Ρόιτερς ο Αλπ Ντεγκέρ Τανριβερντί, συνήγορος τόσο του Τακτσί όσο και του Σισμάν.

“Κάτι που αποτελεί έγκλημα δεν είναι δυνατό να αποτελεί κρατικό απόρρητο”.

Περισσότεροι από 30 αξιωματικοί της Χωροφυλακής που ενεπλάκησαν στην προσπάθεια έρευνας την 1η Ιανουαρίου και στα γεγονότα της 19ης Ιανουαρίου αντιμετωπίζουν επίσης κατηγορίες όπως στρατιωτική κατασκοπία και απόπειρα ανατροπής της κυβέρνησης, σύμφωνα με έγγραφο δικαστηρίου της Κωνσταντινούπολης που φέρει ημερομηνία του Απριλίου του 2015.

Αξιωματούχος από το γραφείο του Ερντογάν δήλωσε πως ο Ερντογάν κατέστησε σαφή τη θέση του στο ζήτημα. Πολλοί κυβερνητικοί αξιωματούχοι, με τους οποίους επικοινώνησε το Ρόιτερς, αρνήθηκαν να σχολιάσουν περαιτέρω. Δεν ήταν δυνατή η άμεση πρόσβαση σε αξιωματούχους της MIT.

“Θέλω να επαναλάβω την επίσημη θέση μας εδώ, η οποία έχει διατυπωθεί ξανά και ξανά αφότου ξεκίνησε αυτή η κρίση από τον πρωθυπουργό, τον πρόεδρο και τον υπουργό Εξωτερικών μας, ότι η Τουρκία δεν έστειλε ποτέ όπλα σε οποιαδήποτε οργάνωση στη Συρία”, δήλωσε χθες, σε εκδήλωση στην Ουάσινγκτον, ο εκπρόσωπος του Ερντογάν, Ιμπραήμ Καλίν.

Ο Ερντογάν δήλωσε πως οι εισαγγελείς δεν είχαν καμία εξουσία να ελέγξουν οχήματα της MIT και αποτελούν μέρος αυτού που αποκαλεί “παράλληλο κράτος” το οποίο έχουν στήσει οι πολιτικοί του εχθροί με σκοπό να δυσφημίσουν την κυβέρνηση.

“Ποιοι ήταν εκείνοι που προσπάθησαν να σταματήσουν φορτηγά της MIT στα Άδανα ενώ προσπαθούσαμε να στείλουμε ανθρωπιστική βοήθεια στους Τουρκμένους;” είχε πει ο Ερντογάν σε μία τηλεοπτική συνέντευξη τον περασμένο Αύγουστο.

“Παράλληλο σύστημα απονομής δικαιοσύνης και παράλληλο σύστημα ασφαλείας… Ο εισαγγελέας πηδάει πάνω στο φορτηγό και κάνει έρευνα. Δεν μπορείτε να ερευνάτε ένα φορτηγό της MIT, δεν έχετε την εξουσία”.

“Σπιλώνοντας την κυβέρνηση”

Ένας από τους οδηγούς των φορτηγών, ο Μουράτ Κισλακτσί, φέρεται πως δήλωσε ότι το φορτίο που μετέφερε στις 19 Ιανουαρίου μεταφορτώθηκε από ένα ξένο αεροπλάνο στο αεροδρόμιο της Άγκυρας και πως είχε μεταφέρει παρόμοια φορτία προηγουμένως. Το Ρόιτερς δεν μπόρεσε να επικοινωνήσει με τον Κισλακτσί.

Σε μαρτυρική κατάθεση, που είδε το Ρόιτερς, ενός χωροφύλακα, που είχε εμπλακεί στην απόπειρα να ελεγχθεί ένα άλλο φορτηγό την 1η Ιανουαρίου 2014, αναφέρεται πως αξιωματούχοι της MIT μίλησαν για φορτία όπλων σε σύρους αντάρτες από αποθήκες στα σύνορα. Το Ρόιτερς δεν μπόρεσε να επιβεβαιώσει την πληροφορία αυτή.

Την εποχή που έγιναν οι έρευνες στα φορτηγά, η συριακή πλευρά των συνόρων στην επαρχία Χατάι, που συνορεύει με τα Άδανα, είχε περιέλθει στον έλεγχο της σκληροπυρηνικής ισλαμικής οργάνωσης ανταρτών Αχράρ αλ-Σαμ.

Ένας από τους διοικητές της σαλαφιστικής οργάνωσης ήταν ο Αμπού Χάλεντ αλ-Σούρι, γνωστός επίσης ως Αμπού Ομάιρ αλ-Σάμι, ο οποίος είχε πολεμήσει μαζί με τον ηγέτη της αλ Κάιντα Οσάμα μπιν Λάντεν και πρόσκειται στον τωρινό αρχηγό της Άιμαν αλ-Ζαουάχρι. Ο αλ-Σούρι σκοτώθηκε σε επίθεση αυτοκτονίας στην πόλη Χαλέπι της Συρίας τον Φεβρουάριο του 2014.

Μία δικαστική απόφαση που καλούσε για τη σύλληψη τριών ανθρώπων σε σχέση με το φορτηγό που η αστυνομία σταμάτησε τον Νοέμβριο του 2013, ανέφερε πως είχε φορτωθεί με μεταλλικούς σωλήνες που κατασκευάστηκαν στην τουρκική πόλη Ικόνιο και ταυτοποιήθηκαν ως τμήματα όλμων.

Το έγγραφο επικαλείται επίσης τον οδηγό φορτηγού Λουφτί Καρακαγιά ο οποίος είπε ότι μετέφερε δύο φορές το ίδιο φορτίο και το παρέδωσε σε έναν αγρό περίπου 200 μέτρα μακριά από ένα στρατιωτικό φυλάκιο στο Ρεϊχανλί, πολύ κοντά στη Συρία.

Η δικαστική εντολή για τη σύλληψη του Καρακαγιά, την οποία είδε το Ρόιτερς, αναφέρεται σε μία αστυνομική έρευνα σύμφωνα με την οποία τα τμήματα όπλων που κατασχέθηκαν εκείνη την ημέρα προορίζονταν για ένα “στρατόπεδο που χρησιμοποιείται από την τρομοκρατική οργάνωση αλ Κάιντα στα συριακά σύνορα”.

Το Ρόιτερς δεν μπόρεσε να πάρει συνέντευξη από τον Καρακαγιά ή να επιβεβαιώσει από ανεξάρτητη πηγή τον τελικό προορισμό που είχε το φορτίο.

Ο Σισμάν είπε ότι μία πληροφορία που ελήφθη από την αστυνομία τον έκανε να διατάξει την έρευνα την 1η Ιανουαρίου του 2014.

“Δεν ήθελα να εμποδίσω τη διέλευσή του, αν ανήκε στη MIT και μετέφερε βοήθεια, όμως είχαμε μία πληροφορία που έλεγε πως αυτό το φορτηγό μετέφερε όπλα. Ήμασταν υποχρεωμένοι να κάνουμε έρευνα”, είπε.

Reuters, ΑΠΕ, ΑΓΚΥΡΑ

Εγγραφή στο δωρεάν newsletter του HellasJournal


Latest of HellasJournal