Η πολιτικοποίηση της Αρμενικής Γενοκτονίας




Του Χρήστου Ιακώβου

Η πρόσφατη συζήτηση που ξέσπασε δημοσίως με αφορμή την αναβολή ή όχι της ψήφισης του νόμου, ο οποίος θα ποινικοποιούσε τη μη αναγνώριση της γενοκτονίας των Αρμενίων, με το σκεπτικό της δήθεν πιθανής ενόχλησης των Τουρκοκυπρίων, θύμισε ένα σκηνικό το οποίο εδώ και δεκαετίες πολλοί σε Κύπρο και Ελλάδα στηλιτεύαμε. Θύμισε το πολιτικό παιγνίδι της αναγνώρισης της Αρμενικής Γενοκτονίας στις ΗΠΑ και τη συνεχιζόμενη εκπόρνευση της ιστορίας στο βωμό των πολιτικών σκοπιμοτήτων.

Κάθε έθνος έχει στην ιστορία του γεγονότα που προτιμά να ξεχνά, γεγονότα τα οποία η συλλογική μνήμη απωθεί και προσπαθεί να διαγράψει. Η ιστοριογραφική αντιμετώπιση μιας γενοκτονίας είναι οδυνηρή και δύσκολη. Κυρίως γιατί η ιστορική ανάλυση της γενοκτονίας δεν θέτει μόνο επιστημονικά, αλλά και πολιτικά και ηθικά ζητήματα. Ως εκ τούτου, για πολλούς η αναγνώριση μίας γενοκτονίας είναι προσαρμοσμένη σε πολιτικές σκοπιμότητες.

Οι πιο συστηματικές προσπάθειες της Τουρκίας, προκειμένου να επιβάλει την τουρκική εκδοχή όσον αφορά την ιστορία της Γενοκτονίας, γίνονται εδώ και δεκαετίες στις ΗΠΑ. Θεωρώντας ότι η εγχώρια ιστοριογραφία επέφερε κορεσμό και άρχισε να γελοιοποιείται, στράφηκε σε δαπανηρότερες αλλά λυσιτελέστερες μεθοδεύσεις: με γενναιόδωρες χορηγίες ­ μέσω του ιδρυμένου για τον σκοπό αυτό, από το 1982, Ινστιτούτου Τουρκικών Σπουδών της Ουάσιγκτον ­ επιχορήγησαν πολλά ερευνητικά προγράμματα και «υπηρεσίες» δεκάδων καθηγητών της οθωμανικής και σύγχρονης τουρκικής και Ιστορίας σε αμερικανικά πανεπιστήμια.

Τα κέρδη της επένδυσης αυτής δεν άργησαν να φανούν: όταν τον Απρίλιο του 1985 οι Αρμένιοι προσπάθησαν να επιτύχουν απόφαση του αμερικανικού Κογκρέσου η οποία να καθιέρωνε την 24η Απριλίου ως ημέρα μνήμης των θυμάτων της αρμενικής γενοκτονίας, 69 επιστήμονες, που εκπροσωπούσαν 47 ακαδημαϊκά ιδρύματα των ΗΠΑ, απηύθυναν ­ με πληρωμένες καταχωρίσεις στους «New York Times» και στη «Washington Post» ­ ανοιχτή δήλωση προς τη Βουλή των Αντιπροσώπων ζητώντας την απόρριψη μιας τέτοιας απόφασης. Το βασικό επιχείρημά τους ήταν ότι τα γεγονότα της «υποτιθέμενης» Γενοκτονίας (alleged genocide) ήταν αμφιλεγόμενα· συνεπώς η εκτίμησή τους ανήκε μόνο στους αρμόδιους ιστορικούς, δηλαδή στους ίδιους, που αυτοαναγορεύονταν σε καθαυτό ειδικούς για το θέμα. Με άλλα λόγια υποστήριζαν ότι η απόφαση του Κογκρέσου θα ήταν καθαρώς πολιτική για ένα θέμα που μόνο επιστήμονες θα μπορούσαν να αποφασίσουν. Στην τελική απόρριψη του αρμενικού αιτήματος (που επαναλήφθηκε και το 1987) συντέλεσε βέβαια η παρέμβαση της τότε κυβέρνησης Ρήγκαν και των Μανδαρίνων του Αμερικανικού Υπουργείου Εξωτερικών, που αιτιολογήθηκε με τις πασίγνωστες πια και στερεότυπες αναφορές στην προστασία των αμερικανικών συμφερόντων, στον γεωπολιτικό ρόλο της Τουρκίας στην περιοχή κ.ά.π. Ωστόσο τα δημοσιεύματα εκείνα λειτούργησαν ως άλλοθι πολλών μελών του Κογκρέσου που απέσυραν την υποστήριξή τους από τη φιλοαρμενική πρόταση.

Η Αρμενική κοινότητα αντέδρασε άμεσα στην απροκάλυπτη ­ πλην αποτελεσματική ­ εκπόρνευση της ιστορίας τους. Το 1987, Αρμένιοι πανεπιστημιακοί δημοσιοποίησαν τις οικονομικές δοσοληψίες των πρωταγωνιστών της αναθεωρητικής «επιχείρησης» με την τουρκική κυβέρνηση, με αναλυτικές καταστάσεις των ιδρυμάτων και των προσώπων που επιχορηγήθηκαν (και με ποια ποσά) από το Ινστιτούτο Τουρκικών Σπουδών και το Αμερικανικό Ινστιτούτο Ερευνών της Άγκυρας. Στη συνέχεια απείλησαν να αποσύρουν τις δικές τους επιχορηγήσεις σε πανεπιστήμια των οποίων οι τουρκολόγοι εξαρτούσαν απροκάλυπτα τις ιστορικές αναλύσεις τους από τις επιταγές της τουρκικής κυβέρνησης. Αυτό εφαρμόστηκε στην περίπτωση του Χ. Λόρυ στο Πρίνστον, μετά την αποκάλυψη του ρόλου του ως «γραμματικού» του τούρκου πρεσβευτή στην Ουάσιγκτον. Παράλληλα, κατέφυγαν και σε ειδικά δικαστήρια επιζητώντας την καταδίκη όσων διέβαλλαν κατ’ εξακολούθηση τη Γενοκτονία και τα θύματά της (όπως έγινε, π.χ., με την συμβολική καταδίκη του Μπέρναρντ Λιούις στη Γαλλία).  Η περίπτωση του Λόρυ είναι πιο θλιβερή: από αμέλεια της γραμματείας της τουρκικής πρεσβείας στην Ουάσιγκτον, εστάλη το γράμμα σε άλλο αποδέκτη και απεκαλύφθη ότι ο τουρκολόγος του Πρίνστον είχε στρατολογηθεί όχι μόνο για να εφοδιάζει σε συστηματική βάση τον τούρκο πρεσβευτή με επιχειρήματα εναντίον της διασύνδεσης της Γενοκτονίας με το Ολοκαύτωμα αλλά και ότι συνέτασσε ο ίδιος και τα γράμματα που απηύθυνε ο τούρκος διπλωμάτης για τον σκοπό αυτό στον αμερικανικό Τύπο και σε άλλους αποδέκτες.

Τα πράγματα στην Ευρώπη είναι πολύ διαφορετικά. Στα μεγάλα ευρωπαϊκά πανεπιστήμια, όπου η ισχυρή παράδοση στις σπουδές ιστορίας δεν επιτρέπει παραμορφώσεις σαν αυτές που παρατηρούνται στις ΗΠΑ, γι’ αυτό και οι επιτυχίες της Τουρκίας ήταν σαφώς μικρότερες. Εξάλλου, σε αντίθεση με τη στάση του αμερικανικού κογκρέσου, αρκετά ευρωπαϊκά κοινοβούλια αναγνώρισαν ήδη τη Γενοκτονία. Έτσι, όταν παρατηρούνται δείγματα άρνησης της Γενοκτονίας οι αντιδράσεις δεν είναι μόνο άμεσες· είναι αποδεκτές από την κοινή γνώμη και ως ένα βαθμό και από την ακαδημαϊκή κοινότητα.

Τέλος, εύκολα κάποιος θα μπορούσε να ισχυρισθεί ότι οι αντιδράσεις των διαφόρων εθνοτικών ομάδων, ακόμη και όταν εκφράζουν, δικαιολογημένα, ευαισθησίες, δεν πρέπει να επηρεάζουν το αποτέλεσμα της ιστοριογραφίας. Αλλά στην περίπτωση της αμφισβήτησης της Αρμενικής Γενοκτονίας δεν έχουμε να κάνουμε τόσο με ζητήματα ιστοριογραφικού χαρακτήρα ή έστω με την προσπάθεια μιας χώρας να επιτύχει το ξαναγράψιμο της ιστορίας της με ευνοϊκότερους γι’ αυτήν όρους, αλλά με τις παρεμβάσεις της κρατικής δύναμης πάνω στην επιστήμη. Πρόκειται για φαινόμενο που μπορεί να εξελιχθεί ­ όπως συνέβη σε κάποιες περιπτώσεις στις ΗΠΑ ­ σε οργουελιανή εξάρτηση των επιστημόνων από τις κυβερνήσεις, δικές τους ή και ξένες. Η εξάρτηση αυτή είναι περισσότερο ανησυχητική επειδή χρησιμοποιεί ακαδημαϊκά εργαλεία για πολιτικούς σκοπούς και κυρίως επειδή διεθνοποιείται για να προβάλει μαγικές, πλην όμως ψεύτικες, εικόνες. Ελπίζω ότι αυτά θα τα διαβάσουν κάποιοι στην Κύπρο.

Ο Χρήστος Ιακώβου, είναι Διευθυντής του Κυπριακού Κέντρου Μελετών

Εγγραφή στο δωρεάν newsletter του HellasJournal


Latest of HellasJournal