«Θα ήθελα πολύ να έχω και εγώ μια μαμά που να με αγαπά»…

 Της ΕΛΛΗΣ ΑΥΞΕΝΤΙΟΥ

«Παρ’ την ψυχή μου φυλακτό και την καρδιά μου σκέπη. Τη λάμπα άναψα για να βλέπεις σα νυχτώνει, κι απ τη φωτιά μου, ζεστασιά θες να χεις μες το χιόνι».

«Στη βόλτα έδειχνε χαρούμενος αλλά κοιτούσε τα άλλα τα παιδιά με τις μαμάδες τους. Με το που γυρίσαμε, πήρε το τηλέφωνο και πήγε σε μια γωνιά του σπιτιού. Έψαχνα να τον βρω. Τον είδα στις σκάλες να κάνει πως μιλάει. «Με ποιον μιλάς;» Τότε με κοίταξε στα μάτια και μου είπε: «Με κανέναν». Ήρθε κοντά μου, «Εγώ δεν έχω μαμά, έχει πεθάνει. Δε με παίρνει ούτε ένα τηλέφωνο. Θα ήθελα πολύ να έχω και εγώ μια μαμά, που να αγαπάει μόνο εμένα».

Μέρα Τετάρτη και επισκέπτομαι το «Χαμόγελο του Παιδιού». Ένα σπίτι, γεμάτο από χρώματα και παιδικές μελωδίες. Κάθε παιδί και μία ιστορία. Ψυχές «σημαδεμένες”.  Παιδιά «αγρίμια», που αναζητούν το χάδι, το φιλί της καληνύχτας, την αγκαλιά. Μια αγκαλιά, που για μας, μπορεί να αποτελούσε καταφύγιο, αλλά γι’ αυτά να μην αποτελεί τίποτα άλλο πάρα, από ένα τραύμα. Τα δικά τους παραμύθια δεν είχαν νεράιδες, αλλά μόνο δράκους. Και οι δικοί τους, «δράκοι» δεν ήταν άλλοι, παρά οι «άνθρωποι», που τους χάρισαν την ίδια τους τη ζωή. «Φύγε, φύγε», ούρλιαξε ένα κοριτσάκι τρομαγμένο μέσα στον ύπνο του. Οι φωνές της, «πόνεσαν», αλλά δεν ξάφνιασαν τους ανθρώπους του σπιτιού. Γνώριζαν για τις επισκέψεις του «πατέρα» της μικρής.

Ήταν 4 χρονών. Η ίδια ένιωθε ένα ιδιαίτερο δέσιμο με τη μητέρα της. Είχαν πάει για παγωτό. Της έδωσε χρήματα και η μικρή μπήκε σε γνωστή αλυσίδα fast food. Βγαίνοντας, είδε τη «μητέρα της», να επιβιβάζεται στον ηλεκτρικό… Έφυγε, χάθηκε, σε ένα βαγόνι ενός τρένου και τα «πήρε όλα μακριά»… Εξαφανίστηκε μια γα πάντα. Τσίριζε, ούρλιαζε, κοιτώντας τις ράγες, που «αυτή», έφυγε. Είχαν περάσει 6 χρόνια από τότε, όταν ο ένας εκ των δύο γονέων, εμφανίστηκε. Το παιδί, ρωτήθηκε πως φαντάζεται τον πατέρα ή τη μητέρα. Ψηλό, δυνατό, εμφανίσιμο, έξυπνο. Μια εικόνα, που είχαν δημιουργήσει, κάποτε τα παιδικά της μάτια. Στο επισκεπτήριο, η μικρή συνειδητοποίησε, ότι η εικόνα που αντίκρυσε, δεν ήταν αυτή που «έβλεπε». Είδε ένα πρόσωπο καταβεβλημένο, που δεν είχε και πολλά να δώσει. Το παιδί, γύρισε στο σπίτι «του» απογοητευμένο. Αυτήν του την απογοήτευση δεν την εκδήλωσε, αλλά την «πρόδωσε», το τηλεφώνημα, που δέχτηκε λίγες μέρες αργότερα, από το άτομο του επισκεπτηρίου. «Δε θέλω να μιλήσω, ετοιμάζω τα πράγματα μου για διακοπές». Όταν η μικρή, ερωτήθηκε γιατί δεν ανταποκρίθηκε στο «κάλεσμα» απάντησε. «Αν έμενα με το μπαμπά και τη μαμά, μπορεί να μην πήγαινα καν σχολείο. Εδώ, έχω όλα όσα χρειάζομαι. Ανθρώπους που μ’ αγαπούν και με στηρίζουν»…

ELLH-XAMOGELO01-23MARCH2014

Αριστερά η κοινωνική λειτουργος, Στεφανία Τέκου με τη συνεργάτιδα μας Ελλη Αυξεντίου

Στο διπλανό δωμάτιο συναντάς, το αγόρι, που το είχε πάρει ο «μπαμπάς» του από τη «μαμά» του, μετά από καυγάδες. Το κακοποιούσε, το έβαζε να ζητιανεύει, να πίνει μπύρες και να καπνίζει στα τρία του χρόνια. Φτάνοντας στο σπίτι του χαμόγελου, δεν ξεκολλούσε καν το παπούτσι από το πόδι του, από την  ακραία παραμέληση. Πέρασαν 10 χρόνια από τότε. Παρά τη θετική εξέλιξη του, παραμένει μελαγχολικός και καχεκτικός. Αρκετές ώρες της μέρας, είναι κλεισμένος στον εαυτό του. Στη δικιά του μάχη,  με τις φιγούρες που κάποτε τον στιγμάτισαν. Αρκετά βράδια, «πετάγεται» φοβισμένος, από τους εφιάλτες του παρελθόντπς… Παλεύει με σκιές και «φαντάσματα». Τόσο αυτό, όσο και οι άνθρωποι του Χαμόγελου.

Η κοινωνική λειτουργός Στεφανία Τέκου δηλώνει: «Είναι αν θες από τις δύσκολες περιπτώσεις του σπιτιού. Χρειάζεται περισσότερη φροντίδα και στήριξη, από τα άλλα παιδιά για να ανθίσει, αλλά θα ανθίσει»… «Όλα τα παιδιά που καταφθάνουν, στο «Χαμόγελο του παιδιού», είναι φοβισμένα, με σοβαρότατες συναισθηματικές και σωματικές ελλείψεις. Πρόσωπα σκοτεινιασμένα, που σιγά-σιγά φωτίζουν και έχεις συνεχώς μέσα σου την ελπίδα, πως θα φωτίσουν κι άλλο και θα λάμψουν. Το χαμόγελο δεν είναι στέγη, είναι ένα σπίτι, που τους παρέχει σχεδόν τα πάντα. Πηγαίνουν κανονικά σχολείο, φροντιστήριο, εντάσσονται σε αθλητικές  και κοινωνικές δραστηριότητες του δήμου, διοργανώνουν πάρτι στο σπίτι, καλούν συμμαθητές τους, πηγαίνουν σε σπίτια συμμαθητών τους, διακοπές τα καλοκαίρια. Το πιο βασικό όμως, είναι όταν ένα παιδί ενηλικιώνεται, δεν εγκαταλείπεται από το σύλλογο, αλλά στηρίζεται εφ’ όρου ζωής, μέχρι το ίδιο να μπορεί να απαγκιστρωθεί από την «οικογένεια του» και να πατήσει από μόνο του γερά στα πόδια του. Εδώ στη φωτογραφία βλέπεις και το πρώτο μας «εγγόνι». Είμαστε όπως βλέπεις, ένα φυσιολογικό «σπίτι», που η μοναδική έλλειψη αν θες που υπάρχει είναι αυτή των γονέων».

Για όση ώρα, παρέμεινα στο σπίτι των παιδιών, την κάρδια μου την έκλεψε, η νέα μου φίλη, η «Ελπίδα»… Μου εκμυστηρεύτηκε ότι όνειρο της, όταν μεγαλώσει, είναι να γίνει διάσημη πιανίστρια. Ακούμπησε, τα μικρά της χέρια στο πιάνο και ξεκίνησε να με συνεπαίρνει, παίζοντας μου το τραγούδι, «έμεινα εδώ». Με κόπο συγκράτησα τα δάκρυα μου. Φεύγοντας, ένιωσα «μικρή» στο πουθενά. «Μικρή», σε μια ζούγκλα από θηρία, που εγκαταλείπει και κακοποιεί παιδιά και όλοι εμείς απλά κοιτάμε, άλαλοι κι αμέτοχοι. Συνένοχοι, όμως στο κάθε έγκλημα!!! Στο μυαλό μου, στριφογυρίζουν, συνεχώς τα πρόσωπα των παιδιών. Η κάθε τους λέξη, η χαρά τους, το γέλιο τους, ο πόνος. Οι νότες στο πιάνο, λειτούργησαν σα σφαίρες. «Να μη μείνεις μόνη σου και εγώ στο τίποτα, να μη φοβηθείς, να μη μαραθείς», μόνο που εσένα κάποτε μικρή μου, σε άφησαν, μόνη σου, σ’ αυτό το τίποτα.

Υστερόγραφο: Ας βοηθήσουμε όλοι το «Χαμόγελο του Παιδιού» να μη σβήσει. Όλοι μπορούμε!!! Είτε μέσα από τον εθελοντισμό, είτε μέσα από κάποια χρηματική βοήθεια. Τα ράφια στο σπίτι, άδειασαν, χρειάζονται είδη πρώτης ανάγκης προς συγκέντρωση. Για πληροφορίες στο 210 609-5844 και 210 578-1060.

Be the first to comment on "«Θα ήθελα πολύ να έχω και εγώ μια μαμά που να με αγαπά»…"

Leave a comment

Your email address will not be published.


*