Το βιβλίο του Γιώργου Κέντα «Η ασφάλεια στο πλαίσιο λύσης του Κυπριακού», εγχειρίδιο για ορθολογιστική διαχείριση

Του ΚΩΣΤΑ ΒΕΝΙΖΕΛΟΥ

Το θέμα της ασφάλειας θεωρείται σημαντική πτυχή στο Κυπριακό. Αποτελεί ένα από τα ζητήματα, που αφορούν άμεσα τους πολίτες. Βεβαίως, το κεφάλαιο αυτό δεν μπορεί να αντιμετωπισθεί στα στενά όρια της Κύπρου ή να επικεντρωθεί μονοδιάστατα σε μια συμφωνία που θα αφορά το Κυπριακό.

Το βιβλίο του πανεπιστημιακού Γιώργου Κέντα, «Η ασφάλεια στο πλαίσιο λύσης του Κυπριακού – η διεθνής διάσταση»( εκδόσεις Λιβάνη, 2013) μπορεί να αποτελέσει εγχειρίδιο για τη διαχείριση αυτού του κεφαλαίου. Κι αυτό γιατί το θέμα της ασφάλειας δεν είναι ένα απλοϊκό ζήτημα με δικοινοτική διάσταση και επειδή ο συγγραφέας καταφέρνει να προσεγγίσει το θέμα συνολικά.

Μέχρι σήμερα, αναφέρει ο Γιώργος Κέντας, ο τρόπος με τον οποίο αντιμετωπίζεται η διεθνής διάσταση της ασφάλειας στην Κύπρο βασίζεται στην αναπαραγωγή ιστορικών στερεοτύπων τα οποία είναι ενταγμένα σε πολύ ισχυρές ρουτίνες σκέψης. Οι αντιλήψεις, οι φόβοι και οι πεποιθήσεις των Ελληνοκυπρίων και των Τουρκοκυπρίων στηρίζονται σε εύλογα επιχειρήματα. Ζητήματα όπως η φυσική επιβίωση, η κοινωνική υπόσταση της κάθε κοινότητας, η οικονομική ευρωστία, όπως επίσης και επιχειρήματα που αφορούν θέματα εμπιστοσύνης και συνεργασίας πρέπει να αντιμετωπιστούν με σοβαρότητα. Δικαιολογούν, όμως, αυτές οι αντιλήψεις, οι φόβοι και οι πεποιθήσεις την αναζήτηση εξωτερικών κηδεμόνων, που να διατηρούν κυριαρχικά δικαιώματα επί ζητημάτων ασφάλειας στην Κύπρο;, διερωτάται ο συγγραφέας.

Ο συγγραφέας τονίζει πως για να οικοδομηθεί ένα σταθερό σύστημα ασφαλείας στην Κύπρο, απαιτείται η οικοδόμηση ενός σταθερού κράτους. Ένα κράτος, σημειώνει, χαρακτηρίζεται από σταθερότητα όταν ασκεί κυριαρχία εφ όλων των εσωτερικών και εξωτερικών υποθέσεων.

Ο Γιώργος Κέντας αναφέρει πως οι προτάσεις που γίνονται για επαναπροσδιορισμό του καθεστώτος ασφάλειας στην Κύπρο, με χαρακτηριστικότερη όλων το Σχέδιο Ανάν, δεν συμβάλουν στην αντιμετώπιση αυτών των ζητημάτων, αλλά στη διαιώνισή τους. Με άλλα λόγια, χωρίς τη διαιώνιση αυτών των αντιλήψεων, πεποιθήσεων και φόβων, οι διακανονισμοί που προτείνονται δεν θα έχουν καμιά υπόσταση, ούτε θα εξυπηρετούν κάποιο σκοπό. Αυτή λοιπόν η αντίφαση στις προσπάθειες αντιμετώπισης της διεθνούς διάστασης της ασφάλειας, πρέπει να γίνει καλύτερα κατανοητή.

Η ανάδειξη της ανάγκης για υπέρβαση των στερεοτύπων στην Κύπρο—όχι απλώς η συμβατική αντιμετώπισή τους σε μεσοπρόθεσμο επίπεδο—ίσως βοηθήσει τους ηγέτες των δύο κοινοτήτων, διεθνείς δρώντες και ειδικούς σε θέματα ασφάλειας να σκεφτούν εναλλακτικές λύσεις για τη διεθνή διάσταση του ζητήματος της ασφάλειας στην Κύπρο. Στο πλαίσιο της συζήτησης για τα ζητήματα ασφάλειας, αναφέρει ο συγγραφέας,  είναι αναγκαίο να αντιμετωπιστούν τόσο οι ιστορικές αντιλήψεις, πεποιθήσεις και φόβοι των δύο κοινοτήτων όσο και η αναγκαιότητα για δημιουργία των προϋποθέσεων που θα επιτρέψουν στο κυπριακό κράτος να αναλάβει τα δικαιώματα και τις ευθύνες που του αναλογούν ως ανεξάρτητο και κυρίαρχο κράτος.

Στο βιβλίο, ο Γιώργος Κέντας αποκαλύπτει συζητήσεις που έγιναν για την ασφάλεια στο πλαίσιο παρασκηνιακών συναντήσεων. Σε συνάντηση του κ. Ντάουνερ με τον κ. Αναστασιάδη (16/7/09), ο τελευταίος ζήτησε ενημέρωση για την πρόοδο στις συνομιλίες αναφορικά με το θέμα των εποίκων και της ασφάλειας.

Απαντώντας, ο κ. Ντάουνερ υποστήριξε ότι το εδαφικό και η ασφάλεια πολύ πιθανόν να αντιμετωπιστούν στο τέλος της διαδικασίας. Σε μια προηγούμενη συνάντηση (13/04/09), ο κ. Αναστασιάδης διατύπωσε πιο συγκεκριμένες απόψεις για την ασφάλεια. Υποστήριξε ότι σε περίπτωση που η Τουρκία προσαρτήσει το βόρειο μέρος τη Κύπρου και η Κύπρος παραμείνει στην ΕΕ με το Σύνταγμα του 1960, οι Τουρκοκύπριοι θα μετακινηθούν στον νότο και θα δημιουργηθούν εκ νέου τα προβλήματα του 1960.

Διευκρίνισε ότι, μόνο το 2003, η Κυπριακή Δημοκρατία έχει παραχωρήσει την κυπριακή ιθαγένεια σε 88,000 Τουρκοκύπριους. Αυτοί όλοι, υποστηρίζει ο κ. Αναστασιάδης, θα μετακινηθούν στο νότο και θα διεκδικήσουν τις περιουσίες τους και τα πολιτικά τους δικαιώματα, μια εκτίμηση με την οποία συμφωνούσε και κ. Χριστόφιας. Εάν προκύψουν περιουσιακές διαφορές, διερωτήθηκε ο κ. Αναστασιάδης, ποιος θα μπορέσει να υποστηρίξει ότι η Τουρκία δεν θα παρέμβει ξανά, εφόσον οι εγγυήτριες δυνάμεις θα παραμείνουν οι ίδιες;

Η θέση του κ. Αναστασιάδη για το ζήτημα των εγγυήσεων παρουσιάστηκε σε μια δημόσια συνέντευξή του στο ΡΙΚ (25/11/10). Ο κ. Αναστασιάδης υποστήριξε ότι, για μια μεταβατική περίοδο πέντε χρόνων μετά την επίτευξη συμφωνίας, η Τουρκία θα μπορεί να είναι εγγυήτρια δύναμη του τουρκοκυπριακού συνιστώντος κράτους, η Ελλάδα του ελληνοκυπριακού συνιστώντος κράτους και η ΕΕ του κεντρικού κράτους. Η Βρετανία δεν θα έχει οποιαδήποτε εγγυητικά δικαιώματα. Με την πάροδο αυτού του χρονικού ορίζοντα, κατέληξε, οι εγγυήσεις θα μπορούν να καταργηθούν. Υποστήριξε ότι ο κ. Γιαννάκης Κολοκασίδης (ΑΚΕΛ) ανέπτυξε παρόμοιες θέσεις.

Η ιδέα για περιορισμό των επεμβατικών δικαιωμάτων των εγγυητριών δυνάμεων σε επίπεδο συνιστωσών πολιτειών συζητείται έντονα στο παρασκήνιο. Υπάρχει η εκτίμηση ότι η ιδέα αυτή θα μπορούσε να γίνει αποδεκτή από τους Τουρκοκύπριους. Η εκτίμηση αυτή, όμως, δεν τεκμηριώνεται. Σε συνάντηση του κ. Ντάουνερ με τον κ. Ταλάτ (12 Μαρτίου 2009), ο τελευταίος υποστήριξε ότι, με το να απορρίπτει τη Συνθήκη Εγγυήσεως, ο κ. Χριστόφιας ξεφεύγει από τις θέσεις του κ. Κληρίδη.

Σύμφωνα με τον κ. Ταλάτ, ο κ. Κληρίδης υποστήριζε την εφαρμογή στης Συνθήκης αυτής στη νέα κατάσταση πραγμάτων, με τρόπο που να προστατεύεται η εδαφική ακεραιότητα των συνιστώντων κρατών. Η θέση του κ. Ταλάτ, σύμφωνα με το πρακτικό των ΗΕ, είναι η προέκταση της Συνθήκης Εγγυήσεως με τρόπο που να συνδέεται με τη νέα κατάσταση πραγμάτων. Υποστήριξε ακόμα ότι δεν πρέπει να δοθεί η εντύπωση ότι η Κύπρος θα μοιραστεί ανάμεσα στην Τουρκία και την Ελλάδα. Εάν η Συνθήκη Εγγυήσεως περιοριστεί στην τουρκοκυπριακή συνιστώσα πολιτεία, σημείωσε, τότε η διχοτόμηση θα είναι πιο εύκολη. Υποστήριξε, τέλος, ότι η Βρετανία εμφανίζεται αδιάφορη για το θέμα της ασφάλειας και τη Συνθήκη Εγγυήσεως. Το μόνο που φαίνεται να την ενδιαφέρει, υποστήριξε ο κ. Ταλάτ, είναι η διατήρηση των Βάσεων.

Η θέση του κ. Χριστόφια για τη Συνθήκη Εγγυήσεως διατυπώθηκε σε μια συνάντηση με το κ. Ντάουνερ (17/06/09). Ο κ. Χριστόφιας αποκάλυψε στον κ. Ντάουνερ ότι δεν πρόκειται να θέσει το ζήτημα της κατάργησης της Συνθήκης Εγγυήσεως ως κόκκινη γραμμή για την ελληνοκυπριακή κοινότητα, παρόλη την πίεση που δέχεται, διότι θεωρεί ότι θα πρέπει να έχει περιθώρια διαπραγμάτευσης. Ο κ. Ντάουνερ υπέδειξε πως η κατάργηση της Συνθήκης Εγγυήσεως θα μπορούσε να είναι κόκκινη γραμμή υπό προϋποθέσεις, δηλαδή να καταργηθεί όταν η Τουρκία ενταχθεί στην ΕΕ. Ο κ. Χριστόφιας υποστήριξε ότι η ελληνοκυπριακή πλευρά πιστεύει στην ένταξη της Τουρκίας, διότι σε αντίθετη περίπτωση η τελευταία δεν θα έχει κίνητρο να λύσει το Κυπριακό.

Όταν ο κ. Χριστόφιας ζήτησε από τον κ. Ντάουνερ τη βοήθειά του για να διευθετηθεί μια συνάντηση με τον Τούρκο Πρωθυπουργό και τον Τούρκο Πρόεδρο, προκειμένου να συζητηθεί το ζήτημα της ασφάλειας και των εποίκων, ο ο κ. Ντάουνερ υπενθύμισε την αρνητικότατη αντίδραση του Τούρκου Υπουργού Εξωτερικών στο αίτημα του κ. Χριστόφια για μια συνάντηση μεταξύ της Τουρκίας και της Κυπριακής Δημοκρατίας πίσω από κλειστές πόρτες. Ο πρακτικογράφος των ΗΕ, όμως, S. Bourke, σημείωσε ότι δεν ήταν ξεκάθαρο κατά πόσον αυτό το αίτημα έγινε μεταξύ σοβαρού και αστείου ή αν το εννοούσε ο κ. Χριστόφιας.

Όταν η κοινότητα επικρατεί της κρατικής ταυτότητας

Οi αλληλοσυγκρουόμενες αντιλήψεις για τη φυσική επιβίωση μεταξύ των δύο κοινοτήτων δημιουργούν ένα φαύλο κύκλο ανασφάλειας. Όπως παρουσιάζονται οι εκατέρωθεν θέσεις, η μια κοινότητα μπορεί να νιώσει ασφαλής μόνο υπό συνθήκες που θα προκαλούν αναπόφευκτα σοβαρά προβλήματα ανασφάλειας στην άλλη κοινότητα. Με τον τρόπο αυτό, το ζήτημα της ασφάλειας δεν μπορεί να λυθεί με αμοιβαία αποδεκτό τρόπο.

HAsfaleiaStoPlaisioLisisTouKypriakouEx_Layout 1

Από την άλλη, σύμφωνα με το επιχείρημα που αναπτύσσεται στο βιβλίο, το κύριο πρόβλημα δεν είναι οι αντιλήψεις των δύο κοινοτήτων, αλλά ο δυιστικός τρόπος αντιμετώπισης της ταυτότητας των πολιτών της Κυπριακής Δημοκρατίας. Ενόσω η κοινοτική ταυτότητα—δηλαδή η ιδιότητα του μέλους μιας κοινότητας—επικρατεί έναντι της ατομικής και κρατικής ταυτότητας—δηλαδή της ιδιότητας του αυτόνομου και κυρίαρχου πολίτη του κράτους—και ενόσω τα στερεότυπα του παρελθόντος αναπαράγονται στη διαλεκτική των δύο κοινοτήτων (και των ξένων μεσολαβητών), δεν μπορεί να υπάρξει αντιμετώπιση του ζητήματος της φυσικής επιβίωσης με αποτελεσματικό τρόπο. Το ζήτημα αυτό θα πρέπει να επανακαθοριστεί ως ζήτημα που αφορά την επιβίωση του κοινού κράτους, το οποίο θα είναι ο συλλογικός φορέας που θα προστατεύει τα ατομικά, πολιτικά, πολιτισμικά, θρησκευτικά και άλλα δικαιώματα των κατοίκων του.

Όπως επίσης το ζήτημα της φυσικής επιβίωσης και ευημερίας πρέπει να επανακαθοριστεί στο πλαίσιο της ατομικής επιτυχίας και ευτυχίας, χωρίς αυτό να βρίσκεται αναγκαστικά σε σύγκρουση με πολιτισμικά ή θρησκευτικά στοιχεία που συνθέτουν ένα κοινωνικό ή εθνικό ιστό συνοχής και συλλογικής ταυτότητας.