Αλέκος Παναγούλης: Τριάντα επτά χρόνια από την Πρωτομαγιά του θανάτου του




Του ΧΡΗΣΤΟΥ ΔΕΜΕΤΗ – http://news247.gr/

Δεκάδες φίλοι, συγγενείς και συναγωνιστές του Αλέκου Παναγούλη συγκεντρώθηκαν στις 12:00 το μεσημέρι στο Α’ Νεκροταφείο της Αθήνας για να τιμήσουν τη μνήμη του ανθρώπου, που συνέδεσε το όνομά του με τον αγώνα κατά της χούντας.

Ήταν η Πρωτομαγιά του 1976 όταν ένας από τους κορυφαίους αγωνιστές κατά της δικτατορίας, ο οποίος συνέδεσε το όνομά του με την απόπειρα δολοφονίας του δικτάτορα Γεωργίου Παπαδόπουλου, σκοτώθηκε σε ηλικία 36 ετών, σε “αμφιλεγόμενο” τροχαίο δυστύχημα στη λεωφόρο Βουλιαγμένης, τα αίτια του οποίου παραμένουν μέχρι σήμερα αδιευκρίνιστα.

“Ο λαός μας καλείται για ακόμη μια φορά να αγωνιστεί για κοινωνική δικαιοσύνη που χωρίς αυτή δεν υπάρχει δημοκρατία” δήλωσε στο ΑΠΕ-ΜΠΕ ο αδερφός του και βουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ, Στάθης Παναγούλης.

Μεταξύ άλλων στο μνημόσυνο παρευρέθησαν ο βουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ Νάσος Αθανασίου, η χήρα του αντιστασιακού Σπύρου Μουστακλή, Χριστίνα, καθώς και ο δεσμοφύλακας Γιώργος Μωράκης, που τον συνέτρεξε στην απόδραση του από τις φυλακές, το 1969.

Αντιδικτατορική δράση

Ο Αλέξανδρος Παναγούλης συμμετείχε ενεργά στον αγώνα για την επαναφορά της δημοκρατίας και εναντίον του στρατιωτικού καθεστώτος του Γ. Παπαδόπουλου. Λιποτάκτησε από το στράτευμα και ίδρυσε την οργάνωση “Εθνική Αντίσταση”. Αυτοεξορίστηκε στην Κύπρο για να καταστρώσει σχέδιο δράσης. Εκεί ήρθε σε επαφή με τους πολιτικούς άνδρες του τόπου, όπως τον Πολύκαρπο Γιωρκάτζη, με σκοπό να τους ζητήσει να συνδράμουν στην αντίσταση. Επανήλθε στην Ελλάδα και μαζί με στενούς του συνεργάτες σχεδίασε την απόπειρα δολοφονίας του δικτάτορα Παπαδόπουλου την 13η Αυγούστου 1968 κοντά στη Βάρκιζα. Η αποτυχημένη απόπειρα οδήγησε στη σύλληψη του.

“Θυμάμαι σαν να είχα μισοκοιμηθεί ανάμεσα στους βράχους. Από τις κινήσεις των αστυνομικών καταλαβαίνω ότι το αυτοκίνητο πρόκειται να περάσει. Νάτο. Φαίνεται στο βάθος του δρόμου. Μπροστά είναι οι μοτοσυκλετιστές, αμέσως κατόπιν ένα αυτοκίνητο της αστυνομίας, πίσω το αυτοκίνητο της Ασφάλειας. Στη μέση το αυτοκίνητο που με ενδιαφέρει. Ένα αυτοκίνητο μαύρο. Χάθηκαν πάλι σε μία στροφή. Σηκώνομαι λίγο για να δω πότε θα περάσει τη στροφή. Χαίρομαι που το χέρι μου, που κρατάει το καλώδιο, δεν τρέμει καθόλου…Τα μάτια μου πάντα καρφωμένα στο δρόμο. Η συνοδεία ξαναφάνηκε. Πλησιάζει. Πλησιάζει πάντοτε πιο πολύ. Το μαύρο αυτοκίνητο μεγαλώνει. Το χέρι μου κάνει την επαφή. Πετιέται ένας μεγάλος σωρός από χώματα και πέτρες. Οι νάρκες έχουν εκραγεί. Εγώ το έκανα, εγώ που δεν μπορώ να σκοτώσω άνθρωπο. Εγώ που πρέπει, έπρεπε να σκοτώσω τον τύραννο… Άραγε πέτυχα; Με βασανίζει αυτό το ερώτημα”. (Η “κρίσιμη στιγμή”, όπως την αφηγήθηκε ο ο Αλέξανδρος Παναγούλης στον Κώστα Μαρδά).

Όπως σημειώνει η Οριάνα Φαλάτσι στην συνέντευξη της με τον Αλέξανδρο Παναγούλη μετά την απελευθέρωση του, η πράξη του ήταν μια πολιτική πράξη εναντίον της δικτατορίας. Η Φαλάτσι αναφέρεται για τον Α. Παναγούλη ως εξής:

“Δεν επιδίωξα να σκοτώσω έναν άνθρωπο. Δεν είμαι ικανός να σκοτώσω έναν άνθρωπο. Επιδίωξα να σκοτώσω έναν τύραννο”.

Μετά από μερόνυχτα συνεχούς βασανισμού, οδηγήθηκε ημιθανής στο νοσοκομείο και κατόπιν δικάστηκε από το Στρατοδικείο στις 3 Νοεμβρίου 1968 και καταδικάστηκε δις εις θάνατον, μαζί με άλλα μέλη της Εθνικής Αντίστασης, στις 17 Νοεμβρίου 1968.

Μεταφέρθηκε στην Αίγινα για την εκτέλεση η οποία όμως ματαιώθηκε χάρη στις πιέσεις της διεθνούς κοινότητας και αφού προσπάθησαν να πείσουν τον Παναγούλη να υπογράψει για να του δοθεί χάρη. Στις 25 Νοεμβρίου 1968 ο Παναγούλης μεταφέρθηκε από την Αίγινα στις Στρατιωτικές Φυλακές του Μπογιατίου (Σ.Φ.Μ.), όπου και του επιβλήθηκε η “ποινή του εντοιχισμού” όπως είχε δηλώσει ο ίδιος.

Από εκεί δραπέτευσε στις 5 Ιουνίου 1969, συνελήφθη όμως εκ νέου και οδηγήθηκε προσωρινά στο στρατόπεδο στου Γουδί για να μεταφερθεί μετά από ένα μήνα και πάλι στις φυλακές Μπογιατίου. Εκεί τον περίμενε η απομόνωση σε κελί που το έφτιαξαν ειδικά για τον Παναγούλη και ήταν σαν αντίγραφο τάφου. Επιχείρησε να δραπετεύσει αρκετές φορές ανεπιτυχώς. Συνεχώς έγραφε ποιήματα ακόμα και όταν του κατάσχεσαν κάθε γραφική ύλη χρησιμοποιώντας για μελάνι το αίμα του και για χαρτί τους τοίχους του κελιού-τάφου του.

Δύο ποιητικές συλλογές του εκδόθηκαν από τον ιστορικό εκδοτικό οίκο Rizzoli, που εξέδωσε επίσης τα βιβλία της Φαλάτσι. Και στις δύο εκδόσεις τον πρόλογο υπέγραψε ο Πιερ Πάολο Παζολίνι που εκείνη την εποχή κινηματογραφούσε την Τριλογία της Ζωής, το “Δεκαήμερο”, τους “Μύθους του Καντέρμπουρι” και τις “Χίλιες και μία νύχτες”.

Αρνήθηκε σύμφωνα με μαρτυρίες την πρόταση απονομής χάριτος που του προσέφερε η χούντα. Τον Αύγουστο του 1973 – μετά από τεσσεράμισι σχεδόν χρόνια φυλάκισης – απελευθερώθηκε βάση της γενικής αμνηστίας που απένειμε το καθεστώς των συνταγματαρχών στους πολιτικούς κρατούμενους, κατόπιν της αποτυχημένης προσπάθειας του Γ. Παπαδόπουλου να φιλελευθεροποιήσει το καθεστώς του. Αυτοεξορίστηκε εκ νέου, αυτή τη φορά στην Φλωρεντία της Ιταλίας, για να επαναδραστηριοποιηθεί στην αντίσταση.

Στη μεταπολίτευση εκλέχθηκε Βουλευτής Β’ Αθηνών με την Ένωση Κέντρου-Νέες Δυνάμεις, ενώ αρνήθηκε να συνεργαστεί με το ΠΑΣΟΚ του Ανδρέα Παπανδρέου. Στη συνέχεια επιδίωξε την απομόνωση των πολιτικών που συνεργάστηκαν με το δικτατορικό καθεστώς της Χούντας και εξαπέλυσε σωρεία καταγγελιών για τις οποίες δέχθηκε πολλαπλές απειλές για τη ζωή του. Παραιτήθηκε από την Ένωση Κέντρου και παρέμεινε ανεξάρτητος βουλευτής.

Σκοτώθηκε την πρωτομαγιά του 1976 σε ηλικία 36 ετών κατόπιν τροχαίου ατυχήματος στην λεωφόρο Βουλιαγμένης, λίγες ημέρες πριν την αποκάλυψη των φακέλων σχετικά με τα όργανα ασφαλείας της Χούντας (Φάκελος ΕΣΑ), οι οποίοι τελικά έμειναν στην αφάνεια.

Κατά πολλούς, το τροχαίο ατύχημα είχε στηθεί για να θέσει τον Αλέξανδρο Παναγούλη εκτός μάχης και να εξαφανίσει τις αποδείξεις που είχε στην κατοχή του.

 Η κηδεία του Αλέξανδρου Παναγούλη (5-5-1976)

“Κείνο το ατέλειωτο ταξίδι, με το φέρετρο πεταμένο στραβά και το κορμί σου σε κοινή θέα σαν αντικείμενο βιτρίνας, βάρβαρα, σχεδόν σαν πρόκληση πουτάνας: κοιτάτε – αλλά – μην – αγγίζετε. Κείνος ο εφιάλτης δίχως τέλος, μέσα στη νεκροφόρα που φυλακισμένη από τη λάβα δεν προχωρούσε και, αν κέρδιζε κάνα μέτρο, το ξανάχανε αμέσως. Θα πρέπει να κάναμε τρεις ώρες για μια διαδρομή που σε κανονικές συνθήκες χρειαζόταν δέκα λεφτά: οδός Μητροπόλεως, οδός Όθωνος, οδός Αμαλίας, οδός Διάκου, οδός Αναπαύσεως.

Οι αστυφύλακες που θα ‘πρεπε να συνοδεύουν την προγραμματισμένη πομπή είχαν χαθεί αμέσως μέσα στο μακελειό, συχνά πληγωμένοι ή κακοποιοημένοι· οι νεαροί που ‘χαν αναλάβει την περιφρούρηση σαρώθηκαν αμέσως, από πολλές δεκάδες δεν απόμειναν παρά πέντε έξι ναυάγια γεμάτα μελανιές που τεντώνονταν να προστατέψουν τα σπασμένα παράθυρα. Το βλέπει κανείς και στις φωτογραφίες που πάρθηκαν από ψηλά και όπου η νεκροφόρα είναι μια μικρή ακαθόριστη κηλίδα που πνίγεται μέσα στο στρόβιλο μιας συμπαγούς μάζας, το μάτι του κυκλώνα, το κεφάλι του χταποδιού”. Oriana Fallaci, ‘Ενας ‘Ανδρας.

Με πληροφορίες από ΑΜΠΕ

http://news247.gr/eidiseis/afieromata/alekos_panagoulhs_trianta_epta_xronia_apo_thn_prwtomagia_toy_thanatoy_toy.2235998.html

Hellasjournal - Newsletter


%d bloggers like this: